VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/rampage

⇱ rampage - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


rampage

Listen:

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈræmpeɪdʒ/, /ræmˈpeɪdʒ/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈræmpeɪdʒ; v. also ræmˈpeɪdʒ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. rampāj; v. ram pāj, rampāj)


Inflections of 'rampage' (v): (⇒ conjugate)
rampages
v 3rd person singular
rampaging
v pres p
rampaged
v past
rampaged
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rampage n(animal: running wild)αφηνίαση ουσ θηλ
αφηνιασμός ουσ αρσ
αφηνίασμα ουσ ουδ
(συνηθέστερα στον λόγο)αφηνιάζω ρ αμ
The elephant's rampage left a trail of destruction in its wake.
Με τον αφηνιασμό του, ο ελέφαντας προκάλεσε καταστροφές στο πέρασμά του.
Ο ελέφαντας αφηνίασε και προκάλεσε καταστροφές στο πέρασμά του.
rampage nfigurative (doing things in anger) (καθομιλουμένη)κρίση, μανία ουσ θηλ
ξέσπασμα ουσ ουδ
(μεταφορικά)αφηνίαση ουσ θηλ
The boss's rampage left everyone in the office feeling shaken.
Το ξέσπασμα του αφεντικού τάραξε τους πάντες στο γραφείο.
rampage vi(move destructively)περιφέρομαι σε έξαλλη κατάσταση, περιφέρομαι μανιασμένος περίφρ
(καθώς κινούμαι)καταστρέφω ρ μ
βιαιοπραγώ ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
The wild boar rampaged through the forest.
Το αγριογούρουνο περιφερόταν σε έξαλλη κατάσταση (or: περιφερόταν μανιασμένο) στο δάσος.
rampage vifigurative (do things in anger) (μεταφορικά)αφηνιάζω ρ αμ
λυσσομανάω, λυσσομανώ ρ αμ
(καθομιλουμένη, μεταφορικά)χτυπιέμαι ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
The boss was rampaging around the office like a bear with a sore head.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on the rampage expr(behaving destructively)εξαγριωμένος μτχ πρκ
μανιασμένος μτχ πρκ
When the protests began to turn violent, the shopkeepers boarded up their shops to protect them from rioters on the rampage.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rampage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: rampage across the [city], rampage through the [city, jungle, shop], [teenagers, delinquents, thugs, protesters, hooligans] on the rampage, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rampage στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "rampage" στο Greek φόρουμ.

be on a rampage - English Only forum
coronavirus <deadly rampage / moderately infectious> - English Only forum
go on a rampage - English Only forum
goes on rampage killing 6 - English Only forum
killing rampage - English Only forum
on the rampage - English Only forum
on the rampage - English Only forum
rampage - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rampage».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.