VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/reinvigorated

⇱ reinvigorated - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


reinvigorated


From the verb reinvigorate: (⇒ conjugate)
reinvigorated is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: reinvigorated, reinvigorate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reinvigorated adj(given new energy)αναζωογονημένος μτχ πκρ
Fred felt reinvigorated after going to the gym.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reinvigorate [sb/sth] vtr(give new energy to)αναζωογονώ ρ μ
δίνω νέα πνοή σε κπ/κτ έκφρ
The manager reinvigorated the sales staff by offering bonuses to the highest sellers.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reinvigorated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reinvigorated στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "reinvigorated" στο Greek φόρουμ.

reinvigorated debate vs. reignited debate - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «reinvigorated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.