VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/reneging

⇱ reneging - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: reneging, renege

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reneging n(going back on)αθέτηση, υπαναχώρηση ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
renege viformal (fail to keep promise)αθετώ το λόγο μου, δεν τηρώ το λόγο μου, αθετώ την υπόσχεσή μου, δεν τηρώ την υπόσχεσή μου περίφρ
(επίσημο)ανακαλώ τις υποσχέσεις μου περίφρ
υπαναχωρώ ρ αμ
(καθομιλουμένη, μτφ)κάνω πίσω περίφρ
You promised to help me and then you reneged.
renege on [sth] vi + prepformal (fail to keep promise)αθετώ ρ μ
δεν τηρώ περίφρ
My dad reneged on his promise to take me camping this weekend.
renege n(cards: not following suit) (χαρτοπαίγνιο)κάνω ρενόνς περίφρ
James earned a penalty card for his renege.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reneging στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "reneging" στο Greek φόρουμ.

bitten too often by Congress reneging on agreements - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «reneging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.