VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/role-playing

⇱ role-playing - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
role-playing,
role playing
n
(teaching, psychotherapy method) (παιδαγωγικά, ψυχοθεραπεία)παιχνίδι ρόλων φρ ως ουσ ουδ
Role-playing can build confidence when preparing for job interviews.
role-playing,
role playing
n
(behavior change)το να παίζω ένα ρόλο περίφρ
role-playing n as adj(pertaining to role-playing)του παιχνιδιού ρόλων περίφρ
που σχετίζεται με το παιχνίδι ρόλων περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
role play,
role playing
n
(playacting, simulation)αναπαράσταση ουσ θηλ
παιχνίδι ρόλων φρ ως ουσ ουδ
“Today we'll be doing a role play exercise,” said the teacher.
«Σήμερα θα κάνουμε μια άσκηση αναπαράστασης,» είπε ο δάσκαλος.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'role-playing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση role-playing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «role-playing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.