|
|
rushed
Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌʃt/
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | rushed adj | (done too fast) | βιαστικός επίθ | | (κακός λόγω βιασύνης) | πρόχειρος επίθ | | προχειρο- πρόθημα | | (λόγιος) | εσπευσμένος μτχ πρκ | | It was obviously rushed work, containing a lot of mistakes. | | Ήταν εμφανώς πρόχειρη δουλειά που περιείχε πολλά λάθη. | | Ήταν εμφανώς προχειροδουλειά που περιείχε πολλά λάθη. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | rushed adj | (person: under pressure) | πιεσμένος μτχ πρκ | | Audrey had taken on too much work and was feeling rather rushed. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | rush⇒ vi | (move with speed) | ορμώ ρ αμ | | τρέχω ρ αμ | | χιμώ ρ αμ | | He rushed through the airport to catch the plane. | | Όρμησε μέσα στο αεροδρόμιο για να προλάβει το αεροπλάνο. | | rush at [sb/sth] vi + prep | (charge, run at [sb/sth]) | ορμάω σε κπ, ορμώ σε κπ, χιμώ σε κπ ρ αμ + πρόθ | | επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ | | The bull suddenly rushed at the farmer. | | rush n | (haste) | βιασύνη ουσ θηλ | | (καθομιλουμένη) | φούρια ουσ θηλ | | (λόγιο) | σπουδή ουσ θηλ | | In her rush to get out of the door, Audrey forgot her purse and had no money to buy lunch that day. | | Pay me back when you can; there's no rush. | | Μέσα στη βιασύνη της να φύγει, η Όντρεϊ ξέχασε το πορτοφόλι της και δεν είχε χρήματα για να πάρει κάτι να φάει το μεσημέρι. | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μες στη φούρια του, πήρε λάθος βαλίτσα. | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η σπουδή του υπουργού να επιλύσει το θέμα δημιούργησε πολλά ερωτηματικά. | | rush n | (intensity of activity) (μεταφορικά: δράση) | πυρετός ουσ αρσ | | (μεταφορικά) | ζωντάνια ουσ θηλ | | ένταση ουσ θηλ | | έντονη δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ | | Σχόλιο: Σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται, π.χ. η 2η πρόταση αποδίδεται ως εξής: «Ξαφνικά, δημιουργήθηκε μεγάλη κινητικότητα, καθώς άρχισαν να καταφτάνουν οι προσκεκλημένοι.» | | I miss the rush of city life. | | There was a sudden rush of activity as the guests began to arrive. | | Μου λείπει η ζωντάνια της ζωής στην πόλη. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | rush n | (onslaught) | συρροή ουσ θηλ | | συνωστισμός ουσ θηλ | | μεγάλη προσέλευση περίφρ | | There was a rush of customers on the first day of the sale. | | Την πρώτη ημέρα των εκπτώσεων, δημιουργήθηκε συνωστισμός στα καταστήματα. | | rush n | (American football: running play) (αμερικανικό ποδόσφαιρο) | παιχνίδι στο οποίο ένας παίκτης προσπαθεί να προωθήσει την μπάλα πέρα από τη γραμμή επίθεσης | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | The quarterback was tackled, and the pass rush was complete. | | rush n | (hostile attack) | επίθεση ουσ θηλ | | The mugger's rush at him was sudden and violent. | | rush n | (migration) | εξόρμηση ουσ θηλ | | (προς ένα μέρος) | μαζική φυγή φρ ως ουσ θηλ | | Flight prices skyrocket during the winter rush to the tropics. | | Οι τιμές των πτήσεων εκτοξεύονται στα ύψη τον χειμώνα, όταν σημειώνεται μαζική φυγή προς τις τροπικές χώρες. | | rush n | (sudden appearance) | έξαρση ουσ θηλ | | (μεταφορικά) | κύμα ουσ ουδ | | The spring flowers have appeared with a rush this year. | | rush n | usually plural (marsh plant) | καλάμια ουσ ουδ πλ | | καλαμιές ουσ θηλ πλ | | The fishermen stopped the boat among the rushes. | | rush n | (strong demand for commodity) | μεγάλη ζήτηση επίθ + ουσ θηλ | | (μεταφορικά) | φρενίτιδα ουσ θηλ | | There was a rush for the popular doll before Christmas. | | rush n | (sudden intense emotion) (μεταφορικά) | κύμα ουσ ουδ | | (μεταφορικά) | έκρηξη ουσ θηλ | | Mark felt a rush of anger when he saw his enemy. | | rush n | (sudden intense sensation) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.) | - | | Emily experienced a rush of sweet flavour as she bit into the cake. John felt a rush of heat when he opened the oven door. | | Η Έμιλυ ένιωσε μια έντονη γλυκιά γεύση όταν δάγκωσε το κέικ. // Ο Τζον ένιωσε ένα κύμα ζέστης όταν άνοιξε την πόρτα του φούρνου. | | rush⇒ vi | (appear rapidly) | βγαίνω γρήγορα, εμφανίζομαι γρήγορα ρ αμ + επίρ | | (καθομιλουμένη) | πετάγομαι ρ αμ | | The star rushed onstage. | | rush vi | (American football: run with ball) | τρέχω με την μπάλα περίφρ | | The team rushes for an average of two hundred yards a game. | | rush [sb]⇒ vtr | (American football: tackle) | κάνω τάκλιν σε κπ περίφρ | | He rushed the player with the ball. | | rush [sb/sth]⇒ vtr | (transport with haste) | μεταφέρω γρήγορα, μεταφέρω βιαστικά ρ μ + επίρ | | (επείγουσα ανάγκη) | μεταφέρω εσπευσμένα ρ μ + επίρ | | The paramedics rushed Fred to the hospital. | | rush [sth]⇒ vtr | (hurry) | επισπεύδω ρ μ | | κάνω κτ βιαστικά περίφρ | | (απόφαση) | παίρνω βιαστικά ρ μ + επίρ | | I rushed my decision, and later regretted it. | | rush [sb/sth]⇒ vtr | (charge) | επιτίθεμαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ | | ορμάω σε κπ, ορμώ σε κπ, χιμώ σε κπ ρ αμ + πρόθ | | The army rushed the enemy. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Phrasal verbs | | Αγγλικά | Ελληνικά | rush around, also UK: rush about vi phrasal | (go about things hurriedly) (μεταφορικά) | τρέχω ρ αμ | | τρέχω γύρω γύρω περίφρ | | τρέχω να προλάβω περίφρ | | James was rushing around, trying to get everything organized for the party. | | rush in vi phrasal | (enter in a hurry) | μπαίνω βιαστικά ρ αμ | | He rushed in before we could stop him. | | rush into [sth] vtr phrasal insep | informal (do hastily) | βιάζομαι να κάνω κτ περίφρ | | Don't rush into a decision which you may regret later. | | Μην βιαστείς να πάρεις μια απόφαση την οποία ενδέχεται να μετανιώσεις αργότερα. | | rush off vi phrasal | (leave in a hurry) | φεύγω βιαστικά ρ αμ | | I hate to rush off, but I am late for work. | | rush over vi phrasal | (approach in a hurry) | πλησιάζω βιαστικά ρ μ | | I rushed over to the woman who fell down to see if she was okay. | | rush up vi phrasal | (come over in a hurry) | πλησιάζω βιαστικά ρ μ | | έρχομαι γρήγορα ρ αμ | | She rushed up to me and grabbed my hand. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος 'rushed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|