VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/sagging

⇱ sagging - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


sagging

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsægɪŋ/

From the verb sag: (⇒ conjugate)
sagging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: sagging, sag

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sagging adj(sinking in the middle)που έχει κάνει κοιλιά περίφρ
που έχει κάνει βαθούλωμα περίφρ
It's time we replaced our sagging sofa.
sagging adj(drooping) (μεταφορικά)που έχει κρεμάσει περίφρ
Sagging cheeks are a sign of aging.
sagging adj(pants: hanging low) (μεταφορικά: παντελόνι)που κρεμάει, που σακουλιάζει περίφρ
The youths wore hoodies and sagging jeans.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sag vi(droop, hang low)κρέμομαι ρ αμ
σακουλιάζω ρ αμ
The seat of Nathan's trousers sagged.
Το πίσω μέρος του παντελονιού του Νέιθαν σακούλιαζε.
sag vi(sink in middle)κάνω κοιλιά έκφρ
βουλιάζω ρ αμ
The old bed sagged beneath Gary's weight.
sag vifigurative (slow down, fall) (μεταφορικά)πέφτω ρ αμ
(μεταφορικά, ανεπίσημο)κάνω κοιλιά έκφρ
Share prices sagged in the middle of the afternoon.
sag n(droop)το ότι έχω κρεμάσει περίφρ
The sag of Gavin's face on one side suggested he had had a stroke.
Το πρόσωπο του Γκάβιν είχε κρεμάσει από τη μία πλευρά και αυτό έδειχνε ότι είχε υποστεί έμφραγμα.
sag n(sinking in middle)βαθούλωμα ουσ ουδ
το ότι κάνει κοιλιά περίφρ
The sag of this sofa is bad for my back.
sag nfigurative (slowing, fall) (μεταφορικά, ανεπίσημο)κοιλιά ουσ θηλ
(μεταφορικά)πτώση ουσ θηλ
(μεταφορικά: απότομη)βουτιά ουσ θηλ
The sag in profits was worrying.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sag vifigurative (courage, spirits: weaken) (μτφ: ηθικό, διάθεση)πέφτω ρ αμ
(το κουράγιο μου)χάνω ρ μ
Rachel was determined to ask Peter out, but when she saw him, her courage sagged.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sagging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sagging στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "sagging" στο Greek φόρουμ.

animals living in sagging pockets of flesh - English Only forum
his sagging, puckering 'flesh' - English Only forum
sagging [animals] - English Only forum
sagging against the wall - English Only forum
sagging pants - English Only forum
sagging t-shirt? - English Only forum
Sagging, deep-eaved roof - English Only forum
which sags vs. that sags vs. , sagging - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sagging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.