VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/slashing

⇱ slashing - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


slashing

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslæʃɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(slashing)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: slashing, slash

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slashing adj(critical, harsh)επικριτικός επίθ
(μεταφορικά)σκληρός, καυστικός επίθ
The movie received many slashing reviews that criticized it for a lack of substance and character.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slash [sth/sb] vtr(cut: physically)κόβω, σκίζω, σχίζω ρ μ
(επιφανειακά)χαράσσω, χαράζω ρ μ
The burglar slashed the sofa cushions to see if there was anything hidden inside.
Ο διαρρήκτης έσχισε τα μαξιλάρια του καναπέ για να δει μήπως ήταν τίποτα κρυμμένο μέσα.
slash n(physical cut)σκίσιμο, κόψιμο ουσ ουδ
(σπάνιο)σκισιματιά ουσ θηλ
There was a slash running from almost the top of the curtain to the bottom.
Υπήρχε ένα σκίσιμο που διέτρεχε την κουρτίνα σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slash n(sweeping stroke)χτύπημα ουσ ουδ
κίνηση ουσ θηλ
(ανεπίσημο, μεταφορικά)μαστιγιά ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
The swordsman's slashes all missed his opponent.
slash n(forward slash: /)κάθετος ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)σλας, slash ουσ ουδ άκλ
The URL for the WordReference French dictionary is www dot wordreference dot com, slash enfr.
slash [sth] vtr(cut: spending)περικόπτω, μειώνω ρ μ
(καθομιλουμένη)κόβω ρ μ
(καθομ, εμφατικός τύπος)πετσοκόβω ρ μ
κάνω περικοπές σε κτ περίφρ
Management slashed this department's budget last year, so there were a number of projects that had to be abandoned.
slash [sth] vtr(make sweeping strokes) (μεταφορικά)σκίζω, σχίζω ρ μ
The musketeer slashed the air with his sword.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
slash |
ΑγγλικάΕλληνικά
backward slash n(typed character: reverse oblique) (τυπογραφικός χαρακτήρας)ανάστροφη κάθετος, ανάποδη κάθετος επίθ + ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)ανάποδο slash, ανάποδο σλας επίθ + ουσ ουδ άκλ
go for a slash,
have a slash,
take a slash
v expr
vulgar, informal, UK (urinate)πάω να κατουρήσω περίφρ
(αργκό)πάω να ρίξω ένα κατούρημα περίφρ
I had drunk so much that night, I just needed to go for a slash, and let it all out.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slashing στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "slashing" στο Greek φόρουμ.

spurs up and slashing - English Only forum
tax-and-regulation-slashing agenda - English Only forum
to play the slashing hell of a fellow - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slashing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.