VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/stifling

⇱ stifling - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


stifling

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstaɪflɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈstaɪflɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(stīfling)

From the verb stifle: (⇒ conjugate)
stifling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: stifling, stifle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stifling adj(oppressively stuffy)αποπνικτικός, πνιγηρός επίθ
It's stifling in here; open some windows, quick!
stifling adjfigurative (smothering, confining) (μεταφορικά)αποπνικτικός επίθ
(μεταφορικά)που με πνίγει περίφρ
He seems to find every intimate relationship too stifling.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stifle [sth] vtr(yawn, sob, laugh, etc: hold back)καταπνίγω, καταπιέζω ρ μ
Halfway through the sermon I began to stifle yawns.
Στα μισά του κηρύγματος άρχισα να καταπνίγω χασμουρητά.
stifle [sth] vtr(suffocate) (μεταφορικά)πνίγω ρ μ
προκαλώ ασφυξία περίφρ
The murderer stifled his victim with a pillow.
Ο φονιάς έπνιξε το θύμα του με ένα μαξιλάρι.
stifle [sth] vtrfigurative (suppress)καταπνίγω, καταστέλλω ρ μ
The government's trying to stifle the democracy movement.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να καταπνίξει το δημοκρατικό κίνημα.
stifle vi(be suffocated)σκάω ρ αμ
(δεν παίρνω ανάσα)πνίγομαι ρ αμ
Σχόλιο: Often used in continuous tenses.
Nerys was stifling in her thick sweater, so she took it off.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stifle,
stifle joint,
stifle-joint
n
(animal's leg joint)άρθρωση του γόνατος φρ ως ουσ θηλ
The X-ray shows a problem with the horse's stifle.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stifling' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stifling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stifling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.