VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/stockinger

⇱ stockinger - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: stocking, stock

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stocking noften plural (women's hosiery)καλσόν, καλτσόν ουσ ουδ άκλ
Roberta was wearing stockings under her skirt.
Η Ρομπέρτα φορούσε καλσόν κάτω από τη φούστα της.
stocking nhistorical, usually plural (men's long sock) (ψηλή, μέχρι τον μηρό)κάλτσα ουσ θηλ
The gentleman wore stockings and breeches.
stocking n(Christmas stocking)κάλτσα ουσ θηλ
Jennie opened her stocking to see what Santa had brought her.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stock n(finance: equity)μετοχή ουσ θηλ
(επίσημο)χρεόγραφο ουσ ουδ
The company will issue stock and cease to be a private firm.
Η εταιρεία θα εκδώσει μετοχές και θα πάψει να είναι ιδιωτική.
stock nuncountable (store of merchandise)στοκ ουσ ουδ άκλ
απόθεμα ουσ ουδ
Do we have enough large sizes in stock?
Έχετε αρκετό στοκ σε μεγάλα μεγέθη;
Έχετε αρκετό απόθεμα σε μεγάλα μεγέθη;
stock n(supply)απόθεμα ουσ ουδ
προμήθειες ουσ θηλ πλ
We have a good stock of farm tools and seeds.
Έχουμε επαρκές απόθεμα σε εργαλεία και σπόρους για το αγρόκτημα.
stock n(merchandise on hand)στοκ ουσ ουδ άκλ
απόθεμα ουσ ουδ
Our stock is low because Christmas is only days away.
Τα αποθέματά μας είναι χαμηλά γιατί σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα.
stocks npl(for-sale inventories) (καθομιλουμένη)στοκ ουσ ουδ άκλ
απόθεμα ουσ ουδ
stock n as adj(item: from existing stock)που το έχω σε στοκ περίφρ
που το έχω σε απόθεμα περίφρ
It is not a special order, but a stock item.
stock [sth] vtr(carry merchandise)διαθέτω ρ μ
έχω ρ μ
έχω κτ διαθέσιμο έκφρ
έχω κτ σε στοκ έκφρ
We stock a wide selection of musical instruments.
Διαθέτουμε μια μεγάλη ποικιλία μουσικών οργάνων.
the stocks nplhistorical (punishment device)ποδοκάκη ουσ θηλ
Σχόλιο: Used with a singular or plural verb
The thief was put in the stocks, where villagers threw rotten food at him.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stock adj(of theater, repertory)θεατρικός επίθ
The actor will tour with a stock company this summer.
stock adj(ordinary, common)συνηθισμένος μτχ πρκ
συνήθης, κοινός επίθ
The stock image of the Devil is of a horned man with a pitchfork.
stock n(paper)χοντρό χαρτί επίθ + ουσ ουδ
(όχι πολύ χοντρό)χαρτόνι ουσ ουδ
We should print the announcement on a good, heavy stock.
stock nuncountable (ancestry)καταγωγή ουσ θηλ
γενιά ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)σόι ουσ ουδ
He comes from poor but noble stock.
Έχει φτωχή αλλά ευγενική καταγωγή.
Κρατάει από φτωχή αλλά ευγενική γενιά.
stock n(broth)ζωμός ουσ αρσ
The chicken stock will give the rice a nice taste.
stock nuncountable (lineage)καταγωγή ουσ θηλ
His stock can be traced back to a small town in Ireland.
stock n(part of a shotgun)κοντάκι ουσ ουδ
κοντάκιο ουσ ουδ
The stock of the shotgun had notches representing the coyotes he had shot.
stock n(livestock)ζώα ουσ ουδ πλ
(λαϊκό)ζωντανά ουσ ουδ πλ
All of our stock are purebred animals.
stock n as adj(of livestock)για τα ζώα περίφρ
των ζώων περίφρ
(λαϊκό)για τα ζωντανά περίφρ
των ζωντανών περίφρ
The farmer hired a new stock hand.
stock [sth] vtr(replenish)ανεφοδιάζω ρ μ
(καθομιλουμένη)ξαναγεμίζω ρ μ
When the truck unloads we can stock the shelves with new merchandise.
stock [sth] vtr(supply)εφοδιάζω, προμηθεύω ρ μ
The relief agency will stock the mission with food and other supplies.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
stock up vi phrasal(buy a lot of [sth] for future use)εφοδιάζομαι ρ αμ
αγοράζω κτ για να έχω απόθεμα περίφρ
We're low on batteries and canned goods; it would be a good idea to stock up before the storm.
Μας τελειώνουν οι μπαταρίες και τα τρόφιμα σε κονσέρβες. Θα ήταν καλή ιδέα να εφοδιαστούμε πριν την καταιγίδα.
stock up on [sth] vtr phrasal insep(buy a lot of)εφοδιάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
(καθομιλουμένη)κάνω καβάτζα σε κτ έκφρ
Andy went to the supermarket to stock up on wine for the party.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
stocking | stock
ΑγγλικάΕλληνικά
body stocking n(tight garment)ολόσωμο καλσόν επίθ + ουσ ουδ άκλ
Christmas stocking n(long sock: for gifts)χριστουγεννιάτικη κάλτσα ουσ θηλ
The children awoke to find their Christmas stockings filled with candy.
stockinette,
stockinette stitch (US),
stocking stitch (UK)
n
(knitting stitch)πλέξη ζέρσεϋ, πλέξη ζέρσεϊ φρ ως ουσ θηλ
stocking cap n(knitted cap)σκουφάκι, σκουφί ουσ ουδ
πλεκτός σκούφος επίθ + ουσ αρσ
σκούφος ουσ αρσ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stockinger στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stockinger».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.