VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/supplicant

⇱ supplicant - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


supplicant

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsʌplɪkənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsʌplɪkənt/ ,USA pronunciation: respelling(supli kənt)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
supplicant n(person who is pleading)ικέτης, ικέτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
(λαϊκό)ικέτισσα ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)που εκλιπαρεί, που ικετεύει περίφρ
supplicant adj(humbly pleading)που εκλιπαρεί, που ικετεύει περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'supplicant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση supplicant στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "supplicant" στο Greek φόρουμ.

body language was not supplicant - English Only forum
suppliant / supplicant - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «supplicant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.