|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο tack παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: tacking | machine
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | tack n | (thumb tack) | πινέζα ουσ θηλ | | Brian fixed the poster to the noticeboard with tacks. | | Ο Μπράιαν στερέωσε την αφίσα με πινέζες στον πίνακα ανακοινώσεων. | | tack n | (horseriding equipment) | ιπποσκευή ουσ θηλ | | Sheila checked the tack; the saddle, stirrups, girth, bridle, and bit were all present and in good condition. | | Η Σέιλα έλεγξε την ιπποσκευή· η σέλα, οι αναβολείς, η ζώνη, τα χαλινάρια και η στομίδα ήταν όλα εκεί και σε καλή κατάσταση. | | tack [sth]⇒ vtr | (attach with tack) | καρφιτσώνω ρ μ | | στερεώνω με πινέζα έκφρ | | Hugo tacked the secret letter to the underside of a drawer. | | Ο Χούγκο καρφίτσωσε το μυστικό γράμμα στην κάτω μεριά ενός συρταριού. | | tack [sth] vtr | (to a wall) | καρφιτσώνω ρ μ | | στερεώνω με πινέζα έκφρ | | (καθομιλουμένη) | κρεμάω, κρεμώ ρ μ | | The teacher tacked the students' artwork to the classroom walls. | | Ο δάσκαλος κρέμασε τις ζωγραφιές των μαθητών στους τοίχους της αίθουσας. | | tack [sth] vtr | (stitch loosely) | τρυπώνω ρ μ | | The dressmaker tacked the sleeves. | | Η μοδίστρα τρύπωσε τα μανίκια. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | tack n | (sailing) (ναυτιλία: αλλαγή πλεύσης στα όρτσα) | αναστροφή ουσ θηλ | | τακ ουσ ουδ άκλ | | The captain steered the ship over to the other tack. | | Ο καπετάνιος έκανε αναστροφή, ώστε να έχει τον άνεμο από την αντίθετη πλευρά. | | tack n | figurative (direction, course) | προσέγγιση ουσ θηλ | | The teacher realised her method wasn't working with this student, so she decided to try a different tack. | | tack n | (nail) | καρφί ουσ ουδ | | The carpet is held down with tacks. | | tack⇒ vi | figurative (change direction) (μεταφορικά) | αλλάζω πορεία ρ μ + ουσ θηλ | | αλλάζω προσέγγιση ρ μ + ουσ θηλ | | The government is tacking in a different direction now. | | tack vi | (sailing) (ναυτιλία) | κάνω ελιγμούς ρ μ + ουσ αρσ | | (πλοίο) | αναστρέφω ρ μ | | The wind was against them, so the sailors had to tack to make any progress. | | Το σκάφος δεν έπλεε στα όρτσα, και γι' αυτό οι ναύτες έκαναν αναστροφή, προκειμένου αυτό να προχωρήσει. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Phrasal verbs | | Αγγλικά | Ελληνικά | tack on [sth], tack [sth] on vtr phrasal sep | informal, figuraitve (add, append) | προσθέτω ρ μ | | Airlines like to make their fares seem low, but then they tack on a bunch of extra fees. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|