VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/tiered

⇱ tiered - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


tiered

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɪəd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(tērd)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: tiered, tier

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tiered adj(having physical levels, layers)κλιμακωτός περίφρ
με διαφορετικά επίπεδα περίφρ
There is tiered seating in the auditorium.
tiered adj(classes: split according to ability) (τάξη)διαβαθμισμένης δυσκολίας φρ ως επίθ
(διδασκαλία)διαφοροποιημένος μτχ πρκ
Many subjects are taught in mixed-ability classes, but there are tiered classes for maths and languages.
-tiered adj(having a given number of tiers)-όροφος β' συνθετικό
Σχόλιο: Used in combination
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tier n(level, layer)βαθμίδα ουσ θηλ
επίπεδο, στρώμα ουσ ουδ
(σε διαφορετικό επίπεδο)σειρά ουσ θηλ
The Minack theatre in Cornwall has tiers of seating carved out of the rock.
Το θέατρο Μίνακ στην Κορνουάλη έχει σειρές καθισμάτων λαξευμένα στον βράχο.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tier [sth] vtr(set in tiers)δημιουργώ σειρές, κατασκευάζω σειρές περίφρ
διευθετώ κτ σε σειρές
The workmen tiered the audience seating.
Οι εργάτες κατασκεύασαν τις σειρές καθισμάτων για το κοινό.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
tier |
ΑγγλικάΕλληνικά
tier rating n(level or degree ranking)αξιολόγηση κατηγορίας περίφρ
top-tier adj(of or at the highest level)κορυφαίος επίθ
κορυφαίου επιπέδου φρ ως επίθ
two-tier adj(having two levels)σε δύο επίπεδα περίφρ
wage tier n(salary level or range)μισθολογική βαθμίδα φρ ως ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tiered' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tiered στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "tiered" στο Greek φόρουμ.

a set of tiered lacquered meal boxes - English Only forum
a tiered plate of iced fancies - English Only forum
five-tiered, six-story... - English Only forum
flows down tiered - English Only forum
multi-tiered arenas - English Only forum
Multitired [ multi-tiered ] - English Only forum
tiered dress - English Only forum
tiered landscapes - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tiered».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.