VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/wane cloud

⇱ wane cloud - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

wane cloud


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο cloud παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: wane
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cloud n(vapor in sky)σύννεφο ουσ ουδ
(λόγιος, σπάνιο)νεφέλη ουσ θηλ
(επίσημο, λόγιος)νέφος ουσ ουδ
Heavy rain fell from the clouds.
Δυνατή βροχή έπεσε από τα σύννεφα.
cloud nfigurative (fluffy mass) (μεταφορικά)σύννεφο ουσ ουδ
φούντα ουσ θηλ
She had a cloud of curly, dark hair.
cloud nfigurative (sense of threat) (μεταφορικά)σύννεφο ουσ θηλ
A dark cloud of fear hung over the refugees.
the cloud nfigurative (computing: remote storage)cloud ουσ ουδ άκλ
(επίσημο)υπολογιστικό νέφος επίθ + ουσ ουδ
You can store music in the cloud and play it anywhere.
Μπορείς να αποθηκεύσεις μουσική στο cloud και να την ακούς οπουδήποτε.
cloud n as adjfigurative (computing: in, using the cloud)στο cloud περίφρ
Cloud storage is an extremely cost-effective way to store large amounts of data.
cloud [sth] vtrfigurative (judgment, issue: obscure)θολώνω ρ μ
συσκοτίζω ρ μ
His optimism clouded his judgment.
Η αισιοδοξία του θόλωσε την κρίση του.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cloud over vi phrasal(sky, weather: go cloudy) (κυριολεκτικά)συννεφιάζω ρ αμ
The day started fine and sunny, but by midday it began to cloud over, and by late afternoon it was raining hard.
cloud over vi phrasalfigurative (look suddenly serious or sad) (μεταφορικά)συννεφιάζω, σκυθρωπιάζω, κατσουφιάζω ρ αμ
At the thought of his wife's illness his face - usually so cheerful and open - clouded over.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bank,
cloud bank
n
(mass of cloud) (επίσημο: μετεωρολογία)ταινία ουσ θηλ
(επίσημο, κατά λέξη)ταινία νεφών φρ ως ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)μάζα ουσ θηλ
Do you see that bank of clouds over there?
cloud computing n(with internet storage)υπολογιστικό νέφος επίθ + ουσ ουδ
With cloud computing, everyday people can store large amounts of data on centralized servers.
cloud cover n(overcast sky)σύννεφα ουσ ουδ πλ
συννεφιά ουσ θηλ
(επίσημο)νεφοκάλυψη ουσ θηλ
The cloud cover was so thick that drivers turned their headlights on.
cloud forest n(many trees with clouds above)τροπικό δάσος επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Many tropical birds live in the cloud forest.
cloud seeding n(meteorology: add [sth] to a cloud)βομβαρδισμός νεφών φρ ως ουσ αρσ
cloud watching n(observing clouds)να παρατηρώ τα σύννεφα περίφρ
να κοιτάζω τα σύννεφα, να βλέπω τα σύννεφα περίφρ
(πιο ποιητικό)να αγναντεύω τα σύννεφα, να ατενίζω τα σύννεφα περίφρ
(κατά λέξη)παρατήρηση των σύννεφων, αγνάντεμα των σύννεφων περίφρ
I enjoy cloud watching while lying on the grass in the park.
cloud [sb]'s judgment,
also UK: cloud [sb]'s judgement
v expr
(impair or prejudice [sb]'s reasoning) (μεταφορικά: κάποιου)θολώνω την κρίση περίφρ
επηρεάζω την κρίση περίφρ
Don't let your love for someone cloud your judgment.
cloud-cuckoo-land,
cloud cuckoo land
n
(idealized realm) (μεταφορικά)νεφελοκοκκυγία ουσ θηλ
ουτοπική πολιτεία, ονειρική πολιτεία επίθ + ουσ θηλ
dark clouds npl(grey clouds threatening rain)μαύρα σύννεφα επίθ + ουσ ουδ πλ
The rains will come soon: the air's heavy and dark clouds are gathering over the hills.
dark cloud nfigurative (bad omen, pessimism) (μεταφορικά)μαύρο σύννεφο επίθ + ουσ ουδ
The bad news placed a dark cloud over her happiness.
dust cloud n(airborne dust)σύννεφο σκόνης φρ ως ουσ ουδ
every cloud has a silver lining expr(there is always [sth] positive)ουδέν κακόν αμιγές καλού έκφρ
in a cloud of [sth] adv(enveloped, shrouded: by [sth])σε ένα σύννεφο έκφρ
He appeared in a cloud of smoke.
in the clouds,
in a cloud
adv
figurative (in a daydream) (μεταφορικά)στα σύννεφα έκφρ
He always has his head in the clouds, dreaming of his sweetheart.
mushroom cloud n(cloud of smoke from a nuclear bomb)σύννεφο καπνού σε σχήμα μανιταριού από έκρηξη πυρηνικής βόμβας έκφρ
on cloud nine adjfigurative (blissfully happy) (μεταφορικά)στον έβδομο ουρανό έκφρ
Children are on cloud nine when they get their favorite desserts.
rain cloud n(meteorology) (επίσημο)μελανόστρωμα ουσ ουδ
storm cloud noften plural (raincloud before storm)μαύρο σύννεφο επίθ + ουσ ουδ
The storm clouds gathering at dusk indicated a cold rainy night.
Τα μαύρα σύννεφα που συγκεντρώθηκαν το σούρουπο προμήνυαν μια κρύα βροχερή νύχτα.
tag cloud n(internet: visual representation of common words)σύννεφο ετικετών φρ ως ουσ ουδ
under a cloud of suspicion,
under a cloud
adv
(suspected of guilt, mistrusted)ύποπτος επίθ
οι υποψίες πέφτουν πάνω σε κπ περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
He was under a cloud of suspicion.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wane cloud στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wane cloud».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.