VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/weakening

⇱ weakening - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


weakening

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːkənɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: weakening, weaken

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weakening adj(becoming weaker)που εξασθενεί περίφρ
όλο και πιο αδύναμος περίφρ
Jude's weakening heart finally gave in and he passed away.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weakening n(action of becoming weaker)αποδυνάμωση ουσ θηλ
The weakening of the elderly patient's bones is due to osteoporosis.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weaken [sth] vtr(make [sth] weak)αποδυναμώνω ρ μ
εξασθενώ, εξασθενίζω ρ μ
The constant flow of traffic weakened the bridges supports, so they had to be repaired.
Η συνεχής κυκλοφορία των αυτοκινήτων αποδυνάμωσε τα στηρίγματα της γέφυρας, τα οποία έπρεπε να επισκευαστούν.
weaken [sb] vtr(make [sb] weak)εξασθενώ, εξασθενίζω ρ μ
The long illness weakened Stuart.
Η μακροχρόνια ασθένεια είχε εξασθενίσει τον Στιούαρτ.
weaken vi(become weak: [sth])αποδυναμώνομαι ρ αμ
εξασθενώ, εξασθενίζω ρ μ
The roof timbers weakened over the years and eventually needed to be replaced.
Τα ξύλα της στέγης είχαν αποδυναμωθεί με το πέρασμα των χρόνων και στο τέλος έπρεπε να αντικατασταθούν.
weaken vi(become weak: [sb])εξασθενώ, εξασθενίζω ρ αμ
χάνω τη δύναμή μου έκφρ
γίνομαι αδύναμος ρ έκφρ
Nancy weakened as she grew older and had to walk with a stick.
Η Νάνσι έχανε τη δύναμή της καθώς μεγάλωνε και έπρεπε να περπατά με μπαστούνι.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weakening' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weakening στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "weakening" στο Greek φόρουμ.

<a> broadening of, <the> weakening - English Only forum
a weakening nature - English Only forum
Bent <on><to> weakening - English Only forum
getting weak vs weakening - English Only forum
Survivors inbreeding, weakening the stock - English Only forum
the long process of weakening family and clan structures - English Only forum
why t weakening ? - English Only forum
word to describing weakening faith in religion - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weakening».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.