VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/willfully

⇱ willfully - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


willfully

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɪlfəlɪ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
willfully (US),
wilfully (UK)
adv
(stubbornly)επίμονα, πεισματικά επίρ
Henry willfully refused to see a doctor even though it was obvious that he was ill.
willfully (US),
wilfully (UK)
adv
(deliberately)συνειδητά επίρ
εσκεμμένα επίρ
(καθομιλουμένη)επίτηδες επίρ
The boss of the company willfully neglected the health and safety of his workers.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'willfully' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση willfully στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "willfully" στο Greek φόρουμ.

he behaves willfully [wilful] - English Only forum
stubbornly willfully - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «willfully».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.