VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/wrinkly

⇱ wrinkly - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


wrinkly

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɪŋkli/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ringklē)

Inflections of 'wrinkly' (adj):
wrinklier
adj comparative
wrinkliest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wrinkly adj(creased, wrinkled)τσαλακωμένος, ζαρωμένος μτχ πρκ
σουφρωμένος μτχ πρκ
που έχει πτυχές, που έχει ζάρες περίφρ
(άτομο, έχει ρυτίδες)ρυτιδιασμένος, σουφρωμένος μτχ πρκ
Lars had to iron his wrinkly shirt.
wrinkly nUK, pejorative, informal (elderly person)γέρος, γριά ουσ αρσ, ουσ θηλ
(καθομιλουμένη, μειωτικό)ΚΑΠΗ ουσ ουδ ακλ
(υβριστικό)κωλόγερος, κωλόγρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
(καθομιλουμένη, χιουμοριστικό)παππούδια ουσ αρσ πλ
Ryan says lawn bowling is a sport for wrinklies.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wrinkly στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "wrinkly" στο Greek φόρουμ.

Crinkly <vs> wrinkly [skin] - English Only forum
wrinkly / wrinkled - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wrinkly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.