VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/be consistent

⇱ be consistent - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

be consistent


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο consistent παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: be
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consistent adj(in accord)συνεπής επίθ
σε συμφωνία, σε αρμονία περίφρ
συνάδω ρ αμ
σύμφωνος επίθ
Her testimony and the statement she originally made to police are not consistent.
Η κατάθεσή της και η δήλωση που έκανε αρχικά στην αστυνομία δεν είναι συνεπείς μεταξύ τους.
Η κατάθεσή της και η δήλωση που έκανε αρχικά στην αστυνομία δεν συνάδουν.
consistent adj(constant, reliable)σταθερός επίθ
(πάντα εξίσου καλός)συνεπής επίθ
(αδιάκοπος)συνεχής επίθ
He is a very consistent worker. He rarely makes mistakes.
Είναι ένας πολύ συνεπής εργαζόμενος. Σπανίως κάνει λάθη.
consistent adj(data, information: unvarying)που είναι σε συμφωνία περίφρ
συνεπής, σύμφωνος επίθ
συνάδω ρ αμ
Are these two sets of data consistent?
Αυτό το πακέτο δεδομένων είναι σε συμφωνία με το άλλο;
consistent with [sth] adj + prep(in agreement with)σύμφωνος με κτ, συνεπής με κτ περίφρ
συνάδω με κτ ρ αμ + πρόθ
σε συμφωνία με κτ περίφρ
The judge's ruling is consistent with the outcomes of similar court cases in the past.
Η απόφαση του δικαστή είναι σύμφωνη με τις εκβάσεις παρόμοιων δικαστικών υποθέσεων στο παρελθόν.
consistent with [sth] adj + prep(fitting a diagnosis or explanation)που συνάδει με κτ περίφρ
που συμφωνεί με κτ περίφρ
The victim's injuries are consistent with a sharp blow to the head.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
consistent pattern n([sth] regular and repeating)μοτίβο ουσ ουδ άκλ
(πλεονασμός)επαναλαμβανόμενο μοτίβο, σταθερό μοτίβο επίθ + ουσ ουδ άκλ
There is a consistent pattern in his behaviour; he always lets you down!
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'be consistent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση be consistent στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "be consistent" στο Greek φόρουμ.

A soft lead pencil can be used to break up a consistent tone of soft pastel - English Only forum
Be consistent with vs. agree with - English Only forum
Do verb tenses need to be consistent when clauses are connected with "and," "or," or "but"? - English Only forum
If I use "a.m./p.m." in some parts of the text, should I use them everywhere else to be consistent? - English Only forum
Need to be consistent in her approach - English Only forum
said as much to encourage my suit as would be consistent - English Only forum
What matters is that you be consistent - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «be consistent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.