VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/braided

⇱ braided - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


braided

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbreɪdɪd/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈbreɪdɪd/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: braided, braid

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
braided,
also UK: plaited
adj
(hair: woven in strips)σε πλεξίδα, σε πλεξούδα περίφρ
πλεγμένος μτχ πρκ
I love your new braided hair!
braided adj(cord: twisted, plaited)πλεκτός επίθ
The keyboard I bought came with a braided cable.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
braid (US),
plait (UK)
n
(woven hairstyle)πλεξίδα, πλεξούδα ουσ θηλ
Melissa wears her hair in a thick braid.
Η Μελίσσα έχει τα μαλλιά της πιασμένα σε χοντρή πλεξούδα.
braids (US),
plaits (UK)
npl
(hairstyle: interwoven strands)πλεξίδα, πλεξούδα ουσ θηλ
Laura wore her hair in braids when she was a little girl.
A Hollywood star made braids popular for young women again.
Η Λώρα είχε τα μαλλιά της πιασμένα πλεξούδα όταν ήταν μικρή. // Μια σταρ του Χόλυγουντ ξαναέκανε τις πλεξούδες δημοφιλείς για τις νεαρές γυναίκες.
braid n(plaited cord or rope)πλεξίδα, πλεξούδα ουσ θηλ
The rope is a four-strand braid.
Το σχοινί είναι μια πλεξούδα από τέσσερις τούφες.
braid nuncountable (decorative band)πλεκτό κορδόνι επίθ + ουσ ουδ
The queen's silk dress was trimmed in gold braid.
Το μεταξωτό φόρεμα της βασίλισσας είχε χρυσό πλεκτό κορδόνι στην άκρη.
braid [sth] (US),
plait (UK)
vtr
(hair: put into plaits)κάνω πλεξίδες, κάνω πλεξούδες περίφρ
(τα μαλλιά)πλέκω ρ μ
Maisy braids her hair before she jogs to keep it out of her face.
Η Μέιζι πλέκει τα μαλλιά της σε πλεξούδες πριν πάει για τρέξιμο για να μην πέφτουν στο πρόσωπό της.
braid,
also UK: plait
vtr
(weave: a cord, rope)πλέκω ρ μ
The sailors braided the rope together.
Οι ναύτες έπλεξαν το σχοινί.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
braid |
ΑγγλικάΕλληνικά
French braid,
also UK: French plait
n
(interwoven hairstyle)γαλλική πλεξίδα επίθ + ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'braided' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση braided στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "braided" στο Greek φόρουμ.

Braided across her crown - English Only forum
braided ornament - English Only forum
braided steel - English Only forum
braided/tied in two long plaits - English Only forum
converged to a line, which braided them all in one. - English Only forum
hair braided across her crown - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «braided».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.