VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/collect

⇱ collect - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


collect

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈlɛkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kəˈlɛkt/ ,USA pronunciation: respelling(kə lekt; n. kolekt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collect [sth] vtr(gather objects as hobby)συλλέγω ρ μ
κάνω συλλογή περίφρ
μαζεύω ρ μ
He collects model cars.
Συλλέγει μινιατούρες αυτοκινήτων.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κάνει συλλογή γραμματοσήμων.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μαζεύει γραμματόσημα από παιδί.
collect [sth] vtr(receive payment) (πληρωμή)εισπράττω ρ μ
(καθομιλουμένη)παίρνω ρ μ
The paperboy collected the money due to him.
ΝΕW: Πέρασε η σπιτονοικοκυρά να εισπράξει το νοίκι.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πέρασε η σπιτονοικοκυρά να πάρει το νοίκι.
collect [sth] vtr(accumulate [sth])μαζεύω ρ μ
(σκόνη)πιάνω ρ μ
The furniture collects dust.
Το έπιπλο μαζεύει σκόνη.
collect [sth] vtr(gather information, etc.)μαζεύω, συγκεντρώνω ρ μ
She collected all the information she could find on the topic.
Μάζεψε όλες τις πληροφορίες που μπορούσε να βρει για το θέμα.
collect [sth] vtr(solicit donations)συγκεντρώνω ρ μ
(καθομιλουμένη)μαζεύω ρ μ
He stood there all day with his charity tin collecting money for the homeless.
Στεκόταν εκεί όλη μέρα με το κουτί δωρεών, για να συγκεντρώσει χρήματα για τους άστεγους.
collect [sb] vtr(pick up, fetch [sb])παίρνω ρ μ
I collect the children from their father's at 5pm on a Sunday.
Την Κυριακή παίρνω τα παιδιά από τον πατέρα τους στις 5 το απόγευμα.
collect [sth] vtr(pick up, fetch [sth])παραλαμβάνω ρ μ
I was out when the postman called, so I had to go to the post office to collect my parcel.
collect for [sth] vi + prep(solicit donations) (για κάτι)συγκεντρώνω δωρεές περίφρ
μαζεύω χρήματα περίφρ
We're collecting for charity.
Συγκεντρώνουμε δωρεές για φιλανθρωπίες.
Μαζεύουμε χρήματα για φιλανθρωπίες.
collect vi(accumulate)συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι ρ αμ
συσσωρεύομαι ρ αμ
The papers collected in the corner for months.
Τα χαρτιά μαζεύονταν (or: συσσωρεύονταν) στη γωνία για μήνες.
collect vi(take payments)πληρώνομαι ρ αμ
The paperboy usually collects on Thursdays.
Ο νεαρός που διανέμει τις εφημερίδες πληρώνεται τις Πέμπτες συνήθως.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collect [sth] vtr(receive, be awarded [sth])παραλαμβάνω ρ μ
(καθομιλουμένη)παίρνω ρ μ
I'm here to collect the award on behalf of my mother.
collect yourself vtr + reflfigurative (emotions: calm)ηρεμώ, συγκεντρώνομαι ρ αμ
βρίσκω την αυτοκυριαρχία μου περίφρ
(καθομιλουμένη)μαζεύομαι ρ αμ
Let me collect myself before I go out on stage. I'm still a bit emotional.
Άσε με να ηρεμήσω λιγάκι πριν βγω στη σκηνή. Είμαι ακόμα λίγο νευρικός.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μαζέψου, δεν είναι ωραίο να κλαις μπροστά στον κόσμο.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
collect [sth] up vtr phrasal sep(objects: pick up)μαζεύω, συγκεντρώνω ρ μ
She collected up the toys that the children had left scattered around the room.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
call collect v exprUS (reverse phone charges)τηλεφωνώ με χρέωση του αποδέκτη, καλώ με χρέωση του αποδέκτη έκφρ
call [sb] collect v exprUS (reverse phone charges to)τηλεφωνώ σε κπ με δική του χρέωση έκφρ
καλώ κπ με δική του χρέωση έκφρ
Because he had no money, he called his parents collect.
Επειδή δεν είχε χρήματα, τηλεφώνησε στους γονείς του με δική τους χρέωση.
collect call nUS (phone: reversed charges)κλήση με χρέωση παραλήπτη περίφρ
collect your thoughts,
gather your thoughts
v expr
figurative (compose yourself)συγκεντρώνομαι ρ αμ
(καθομιλουμενη)μαζεύω τα μυαλά μου έκφρ
He collected his thoughts before he started speaking.
freight collect n(recipient pays on delivery)αντικαταβολή ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'collect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: collect [rocks, coins, stamps], collecting [data, information], collect personal information [from, about], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση collect στον τίτλο:

I collect everything
a rainwater catch/collect system - English Only forum
attempted / tend to collect - English Only forum
bite of the cherry to collect - English Only forum
branches < in which the forms are collected / collecting forms / which collect forms > - English Only forum
bring/pick up/collect/take - English Only forum
call-collect - English Only forum
called to collect the debt, much to Mrs. Child’s chagrin - English Only forum
Charge or collect a tax - English Only forum
collect - English Only forum
collect - English Only forum
collect - English Only forum
Collect - English Only forum
collect - English Only forum
collect / ask in passive - English Only forum
collect / fill (interchangeability) - English Only forum
collect a food order for Wendy's - English Only forum
collect a prescription - English Only forum
collect all the leftovers - English Only forum
collect and gather - English Only forum
Collect and manage assets - English Only forum
collect assignments - English Only forum
collect back the handouts - English Only forum
collect boat - English Only forum
Collect call in BE / AE. - English Only forum
collect claims - English Only forum
collect dinner orders - English Only forum
collect disability - English Only forum
Collect everything of or from Batman? - English Only forum
collect forms - English Only forum
περισσότερα…
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «collect».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.