VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/cropped

⇱ cropped - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


cropped

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkrɒpt/

From the verb crop: (⇒ conjugate)
cropped is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'cropped' παραπέμπει στον όρο ''cropped''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'cropped' is cross-referenced with ''cropped''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: cropped, crop

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cropped adj(image: cut)κομμένος επίθ
You may have to use a cropped photo because of the restrictions on file size.
cropped adj(hair: cut short) (μαλλιά)κοντός επίθ
The lieutenant's hair was cropped and his clothing was immaculate.
cropped,
crop
adj
(clothing: short)crop, cropped επίθ άκλ
κοντός επίθ
που αφήνει ακάλυπτη τη μέση περίφρ
The teenage girls wore short skirts and cropped tops.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crop n(farming: [sth] cultivated)καλλιέργεια ουσ θηλ
Grandmother's farm always bore crops of corn and tomatoes.
Το αγρόκτημα της γιαγιάς είχε πάντα καλλιέργειες καλαμποκιού και ντομάτας.
crop n(farming yield)σοδειά ουσ θηλ
συγκομιδή ουσ θηλ
This year's corn crop was poor after the torrential summer rains.
Η σοδειά (or: συγκομιδή) καλαμποκιού αυτής της χρονιάς ήταν φτωχή μετά τις καταρρακτώδεις βροχές του καλοκαιριού.
crop nfigurative (group of [sth])φουρνιά ουσ θηλ
This year we have a fine crop of new basketball players.
Τη χρονιά αυτή έχουμε μια καλή φουρνιά από νέους μπασκετμπολίστες.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crop,
riding crop
n
(whip)μαστίγιο ουσ ουδ
(καθομιλουμένη, παλαιό)καμτσίκι, καμουτσίκι ουσ ουδ
If the horse refuses to walk, just use the crop.
crop n(short hairstyle) (γυναικεία μαλλιά)αγορίστικα επίθ
αγορέ επίθ
κοντά επίθ
(αντρικά μαλλιά)πιο μακρυά στην κορυφή και πολύ κοντά κάτω
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Angie has blonde hair cut in a stylish crop.
crop nfigurative (abundance of [sth])αφθονία ουσ θηλ
(μαλλιά)πλούσια επίθ
He was proud of his crop of curly black hair.
crop [sth] vtr(cut off parts of a plant)κλαδεύω ρ μ
The gardener cropped the hedges neatly.
crop [sth] vtr(remove, trim)κόβω ρ μ
(στον υπολογιστή)κάνω περικοπή σε κτ περίφρ
The photographer cropped the photo so it would fit in the frame.
crop [sth] vtr(cut hair close to the scalp)κόβω, κουρεύω ρ μ
(μεγαλύτερη ακρίβεια)κουρεύω πολύ κοντά περίφρ
κοντοκουρεύω ρ μ
The barber cropped the man's hair.
Ο μπαρμπέρης έκοψε τα μαλλιά του άντρα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
crop [sth] out,
crop out [sth]
vtr phrasal sep
(eliminate: from an image)κόβω ρ μ
(κατά λέξη)αφαιρώ με περικοπή περίφρ
crop up vi phrasalinformal (appear suddenly)εμφανίζομαι, ανακύπτω ρ αμ
(καθομιλουμένη)ξεφυτρώνω ρ αμ
(καθομιλουμένη, μεταφορικά)σκάω μύτη έκφρ
Σχόλιο: often used in the continuous after "keep", "start"
Problems started cropping up when we installed the new software.
Όταν εγκαταστήσαμε το νέο λογισμικό άρχισαν να εμφανίζονται (or: να ανακύπτουν) προβλήματα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
cropped | crop
ΑγγλικάΕλληνικά
close-cropped adj(hair, grass: cut short) (φυτά)κοντοκομμένος επίθ
(μαλλιά)κοντοκουρεμένος επίθ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cropped' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cropped στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "cropped" στο Greek φόρουμ.

carrot cropped - English Only forum
crept back and cropped out - English Only forum
cropped grass - English Only forum
cropped hair - English Only forum
On a sheep-cropped knoll - English Only forum
Sadness Cropped up - English Only forum
sheep-cropped grass - English Only forum
that <a><the> photo be cropped near <a><the> object - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cropped».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.