VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/groundnut

⇱ groundnut - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


groundnut

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgraʊndnʌt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈgraʊndˌnʌt/ ,USA pronunciation: respelling(groundnut′)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
groundnut n(variety of peanut) (στο εμπόριο)αράπικο φιστίκι επίθ + ουσ θηλ
αραχίδα ουσ θηλ
Wild hogs eat everything from small vermin, to wild fruits, to groundnuts.
groundnut n as adj(oil, etc.: of the groundnut) (στο εμπόριο)από αράπικο φιστίκι περίφρ
από αραχίδα περίφρ
Sally is allergic to groundnut oil.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'groundnut' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση groundnut στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "groundnut" στο Greek φόρουμ.

Groundnut crops felling - English Only forum
peanut vs groundnut - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «groundnut».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.