Σύνθετοι τύποι: made | make |
| Αγγλικά | Ελληνικά |
| a match made in heaven n | figurative (lovers: perfect couple) | τέλειο ζευγάρι φρ ως ουσ ουδ |
| (μεταφορικά) | αδερφές ψυχές φρ ως ουσ θηλ πλ |
| It was a match made in heaven, and they lived happily ever after. |
| a match made in heaven n | figurative (things: perfect pairing) | που ταιριάζει τέλεια περίφρ |
| (μεταφορικά) | που ταιριάζει γάντι περίφρ |
| (μεταφορικά) | που έρχεται κουτί περίφρ |
| bitch-made adj | pejorative, vulgar, offensive, informal, US (worthless) (καθομιλουμένη) | που δεν αξίζει μία περίφρ |
| άχρηστος επίθ |
custom-made, custom made adj | (bespoke, made to order) | κατά παραγγελία έκφρ |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun. |
| The millionaire wore only custom-made suits. |
| His office furniture was custom made. |
| factory-made adj | (produced in factory) | εργοστασιακός επίθ |
| φτιαγμένος σε εργοστάσιο περίφρ |
foreign made, foreign-made adj | (manufactured overseas) | κατασκευασμένος στο εξωτερικό περίφρ |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun. |
| Why buy a foreign-made product when you can get a domestic one cheaper? |
| have it made v expr | slang (be successful) (αργκό) | την κάνω λαχείο έκφρ |
| have it made v expr | slang (have guarantee of success) | έχω εγγυημένη επιτυχία έκφρ |
| Get a good degree at Oxford or Cambridge and you've got it made! |
homemade, home-made adj | (made at home, handmade) | σπιτικός, χειροποίητος επίθ |
| Home-made cakes always taste better than factory-made ones. |
homemade, home-made adj | (made by self) | χειροποίητος επίθ |
| It looked to me like his furniture was all homemade. |
homemade, home-made adj | (makeshift) | αυτοσχέδιος, πρόχειρος επίθ |
| The boys raced down the hill in their homemade go-kart. |
| made by adj | (manufactured or crafted by) (με τεχνητά μέσα) | κατασκευασμένος από μτχ πρκ + πρόθ |
| (τεχνητά ή με το χέρι) | φτιαγμένος από μτχ πρκ + πρόθ |
| This beautiful cap was made by native Peruvians. |
| have [sth] made for [sb/sth] v expr | (request special creation) | κάνω κτ ειδική παραγγελία περίφρ |
| ζητάω να μου φτιάξουν κτ περίφρ |
| παραγγέλνω να μου φτιάξουν κτ περίφρ |
| Σχόλιο: Υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι απόδοσεις ανάλογα με τα συμφραζόμενα. |
| She had a gown made for the gala. |
be made for each other, be made for one another v expr | informal, figurative (be ideally suited to each other) (μόνο για καλό) | είναι φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο, είναι πλασμένος ο ένας για τον άλλο έκφρ |
| (μεταφορικά) | κύλισε ο τέτζερης και βρήκε το καπάκι έκρφ |
| What a lovely couple; they're made for each other. |
| Those two business partners are equally nasty; they're made for one another. |
| be made for [sth/sb] v expr | informal, figurative (be ideally suited to) (μεταφορικά) | κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μου έκφρ |
| This job matches your qualifications and experience perfectly; it's made for you! |
| Αυτή η εργασία ταιριάζει απόλυτα με τα προσόντα και την εμπειρία σου. Είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σου! |
| made into adj | (turned or transformed into) | μετατρέπομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| γίνομαι ρ μ |
| Re-cycled garden waste can be made into compost. |
| Τα ανακυκλωμένα απόβλητα του κήπου μπορούν να μετατραπούν σε λίπασμα. |
| Τα ανακυκλωμένα απόβλητα του κήπου μπορούν να γίνουν λίπασμα. |
made of, made from, made out of adj | (built out of) | φτιαγμένος από περίφρ |
| από επίρ |
| κατασκευασμένος από περίφρ |
| Those cabinets are made of oak while these cabinets over here are made of pine. |
| Αυτά τα ντουλάπια είναι από οξιά ενώ αυτά εδώ είναι από πεύκο. |
| Αυτά τα ντουλάπια είναι κατασκευασμένα από οξιά ενώ αυτά εδώ είναι κατασκευασμένα από πεύκο. |
| made of adj | informal (capable of, strong enough for) (μεταφορικά) | που έχει κότσια, που το λέει η καρδιά του περίφρ |
| τι αξίζω έκφρ |
| In the army, young men find out what they're really made of. |
| A crisis is an opportunity to show what you're made of. |
| Στον στρατό οι νέοι ανακαλύπτουν αν το λέει η καρδιά τους στ' αλήθεια. |
| Μια κρίση είναι ευκαιρία να δείξεις τι πραγματικά αξίζεις. |
| be made of money v expr | figurative, informal (rich) (καθομιλουμένη, μτφ) | μου τρέχουν λεφτά από τα μπατζάκια έκφρ |
| (καθομιλουμένη, μτφ) | γεννάω λεφτά έκφρ |
| My daughter's Christmas list is four pages long; she must think we're made of money! |
made to measure, made-to-measure adj | (designed specifically for [sb/sth]) | κατά παραγγελία έκφρ |
| ειδική κατασκευή έκφρ |
| ειδική παραγγελία έκφρ |
| κομμένος και ραμμένος στα μέτρα σου έκφρ |
| Σχόλιο: Hyphens are used when the adjective precedes the noun. |
made to order, made-to-order adj | (custom made) | κατά παραγγελία φρ ως επίθ |
| φτιαγμένος κατά παραγγελία περίφρ |
| Σχόλιο: hyphens used when term is an adj before a noun |
| Clothes that are made to order ought to fit better than off-the-rack clothes. |
| Service is slow because each dish is made to order. |
made up, made-up adj | (invented, imaginary) | φανταστικός επίθ |
| (μεταφορικά) | που τον έχω βγάλει από το μυαλό μου έκφρ |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the term precedes the noun. |
| Don't give me a made-up story. I want to know the truth. |
| Μη μου λες μια ιστορία που έβγαλες από το μυαλό σου. Θέλω να μάθω την αλήθεια. |
| made-up adj | (wearing cosmetics) | μακιγιαρισμένος μτχ πρκ |
| που φοράει μακιγιάζ περίφρ |
| (ανεπίσημο, παλαιό) | φτιασιδωμένος μτχ πρκ |
| She's so heavily made-up, you can't tell what she really looks like. |
| Είναι τόσο πολύ μακιγιαρισμένη που δεν μπορείς να καταλάβεις πως είναι στην πραγματικότητα. |
| made-up adj | (mind: decided) (άποψη) | προαποφασισμένος μτχ πρκ |
| A meeting was held to discuss the plans, but most people arrived with already made-up minds. |
| Πραγματοποιήθηκε συνάντηση για να συζητηθούν τα σχέδια. Οι περισσότεροι, όμως, προσήλθαν έχοντας ήδη πάρει την απόφασή τους. |
| made up of [sth] expr | (comprising) | που αποτελείται από κτ περίφρ |
| αποτελούμενος από κτ περίφρ |
| A computer is made up of many high-tech components. |
| Ένας υπολογιστής αποτελείται από πολλά εξαρτήματα υψηλής τεχνολογίας. |
| made up adj | UK, regional, informal (pleased) (αργκό) | γουστάρω ρ αμ |
| (αργκό, συνήθως αόριστος) | φτιάχτηκα ρ αμ |
| (καθομιλουμένη) | πολύ χαίρομαι έκφρ |
| It's great that you could come. I'm made up! |
| Τι καλά που μπόρεσες να έρθεις. Γουστάρω! |
| Τι καλά που μπόρεσες να έρθεις. Φτιάχτηκα! |
made up about [sth], made up with [sth] expr | UK, regional, informal (pleased) (καθομιλουμένη) | ξετρελαμένος με κτ έκφρ |
| (μεταφορικά) | κτ μου έχει πάρει τα μυαλά έκφρ |
| (αργκό) | γουστάρω ρ μ |
| I'm made up about my new car! |
| Είμαι ξετρελαμένος με το καινούργιο μου αυτοκίνητο. |
| Το γουστάρω το καινούριο μου αυτοκίνητο. |
man-made, also US: manmade adj | (artificial or synthetic) | τεχνητός επίθ |
| (μεταφορικά) | φτιαγμένος από ανθρώπινο χέρι, κατασκευασμένος από ανθρώπινο χέρι έκφρ |
| Nylon is a man-made fibre used in the clothing industry. |
| pre-made adj | (ready-prepared) | έτοιμος επίθ |
| προπαρασκευασμένος μτχ πρκ |
| ready-made adj | (already made for sale) | έτοιμος επίθ |
| (καθομιλουμένη) | αγοραστός επίθ |
| (μειωτικό) | ετοιματζίδικος, ετοιματζήδικος επίθ |
| (όχι φαγητό) | προκατασκευασμένος, προπαρασκευασμένος μτχ πρκ |
| We eat ready-made meals almost every day for supper during the week. |
| ready-made adj | figurative (excuse, etc.: existing, available) (μεταφορικά) | φτηνός επίθ |
| Cathy's visiting sister provided a ready-made excuse for her not to go to her aerobics class. |
| self-made adj | (independently successful) (πέτυχε χωρίς βοήθεια) | αυτοδημιούργητος επίθ |
| Ross is a self-made businessman who started his life in poverty. |
| self-made man n | (male: successful through own hard work) | αυτοδημιούργητος επίθ ως ουσ αρσ |
| tailor-made adj | (custom produced, bespoke) | κομμένος και ραμμένος στα μέτρα κάποιου έκφρ |
| επί παραγγελία φρ ως επίθ |
| Savile Row in London is the best place to get a tailor-made suit. |
| tailor-made for [sth/sb] adj | figurative (perfectly suited) (μεταφορικά) | κομμένος και ραμμένος στα μέτρα κάποιου έκφρ |
| ιδανικός για κτ/κπ επίθ + πρόθ |
| (καθομιλουμένη) | ό,τι πρέπει για κτ/κπ έκφρ |
| που μου έρχεται κουτί έκφρ |
| Jim has always loved trains, so his new job as a train driver is tailor-made for him. |
well made, well-made adj | (sturdy, built to last) | στέρεος, ανθεκτικός επίθ |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun |
| He was a very well-made young man indeed. |
well made, well-made adj | (finely crafted) | καλοφτιαγμένος μτχ πρκ |
| Only master craftsmen can produce well-made furniture. |
work for hire, work made for hire n | US ([sth] created for job) | παραγγελία ουσ θηλ |
| έργο κατά παραγγελία φρ ως ουσ ουδ |
| The piece is a work for hire, so the artist cannot collect royalties. |