VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/paper handling

⇱ paper handling - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

paper handling


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο handling παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: paper
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: handling, handle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
handling n(touching or holding [sth] carefully, roughly, etc.)χειρισμός ουσ αρσ
μεταχείριση ουσ θηλ
The vase was subjected to rough handling by the removal men and suffered a few chips.
Το βάζο υπέστη άγρια μεταχείριση από τους μεταφορείς και είχε μερικά σπασίματα.
handling nfigurative (management of a situation)χειρισμός ουσ αρσ
διαχείριση, αντιμετώπιση ουσ θηλ
ο τρόπος που χειρίζομαι κτ περίφρ
ο τρόπος που αντιμετωπίζω κτ περίφρ
Dana's manager did not approve of her handling of the situation.
Ο μάνατζερ της Ντάνα δεν επικροτούσε τον τρόπο που εκείνη χειρίστηκε την κατάσταση.
handling n(packaging and transporting [sth])διακίνηση ουσ θηλ
Shipping and handling always costs a little bit extra.
Η μεταφορά και η διακίνηση πάντα στοιχίζουν λίγο παραπάνω.
handling n(shipping charge)έξοδα διακίνησης φρ ως ουσ ουδ πλ
The fee for handling was an additional ten dollars.
Το ποσό για τα έξοδα διακίνησης είναι άλλα δέκα δολάρια.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
handle n(tool, object: place to grip)λαβή ουσ θηλ
Grab the axe by the handle and swing.
Πιάσε το τσεκούρι από τη λαβή και περίστρεψέ το.
handle n(door) (πόρτα)χερούλι, πόμολο ουσ ουδ
(καθομιλουμένη)μπετούγια, πετούγια ουσ θηλ
(επίσημο)χειρολαβή ουσ θηλ
He turned the handle to open the door.
Γύρισε το χερούλι (or: πόμολο) για να ανοίξει την πόρτα.
Γύρισε την μπετούγια (or: πετούγια) για να ανοίξει την πόρτα.
handle [sth] vtr(deal with: physically) (καθομιλουμένη)τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα έκφρ
Can you handle all the plates, or should I help you?
Μπορείς να τα καταφέρεις (or: να τα βγάλεις πέρα) με όλα τα πιάτα, ή να σε βοηθήσω;
handle [sth] vtr(hold)πιάνω ρ μ
Don't handle that vase. You might drop it.
Μην πιάνεις αυτό το βάζο. Μπορεί να σου πέσει.
handle [sth] vtr(feel, touch)αγγίζω ρ μ
(καθομιλουμένη)πιάνω ρ μ
I like to handle a fabric for some time before I buy it.
Μου αρέσει να πιάνω τα υφάσματα για λίγη ώρα πριν τα αγοράσω.
handle [sth/sb] vtrfigurative (deal with) (κάποιον/κάτι)χειρίζομαι ρ μ
(κάτι)διαχειρίζομαι ρ μ
She handled all the finances for the family.
Χειρίζεται (or: διαχειρίζεται) όλα τα οικονομικά της οικογένειας.
handle [sth],
handle doing [sth]
vtr
(cope with)αντιμετωπίζω, διαχειρίζομαι ρ μ
(καθομιλουμένη)τα βγάζω πέρα έκφρ
(αργκό)την παλεύω έκφρ
He couldn't handle the emotional effect of his father's death.
Δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις συναισθηματικές συνέπειες από τον θάνατο του πατέρα του.
handle [sth] vtr(trade, deal in)εμπορεύομαι ρ μ
(καθομιλουμένη)πουλάω ρ μ
This shop only handles designer furniture.
Αυτό το κατάστημα εμπορεύεται μόνο επώνυμα έπιπλα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
handle ninformal (identity, pseudonym)ψευδώνυμο ουσ ουδ
His short wave radio handle was MadMax.
handle n(gambling: total amount wagered)συνολικό ποντάρισμα επίθ + ουσ ουδ
The track handle last Friday was more than $5 million.
handle vi(perform in a certain way)αποδίδω ρ αμ
(+ επίρρημα)τα πάω περίφρ
(+ επίθετο)έχω .... απόδοση περίφρ
Our new car handles well on these twisty mountain roads.
handle [sth] vtr(cover subject matter)καλύπτω ρ μ
This magazine handles current issues in education.
handle [sth] vtr(respond to)αντιμετωπίζω ρ μ
The politician handled the difficult question by not answering it.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
handling | handle
ΑγγλικάΕλληνικά
airport handling n(of luggage)υπηρεσίες αεροδρομίου περίφρ
επίγεια εξυπηρέτηση επίθ + ουσ θηλ
bulk handling n(of shipped goods)διαχείριση χύδην υλικών περίφρ
data handling n(data collection, analysis)διαχείριση δεδομένων, διαχείριση πληροφοριών περίφρ
χειρισμός δεδομένων, χειρισμός πληροφοριών περίφρ
ground handling n(aircraft servicing between flights) (αεροσκάφος)επίγεια εξυπηρέτηση επίθ + ουσ θηλ
handling center (US),
handling centre (UK)
n
(place where [sth] is processed)κέντρο χειρισμού φρ ως ουσ ουδ
κέντρο επεξεργασίας φρ ως ουσ ουδ
handling charge n(amount charged to ship [sth])έξοδα αποστολής φρ ως ουσ ουδ
handling fee,
handling charge
n
(amount charged to process [sth])κόστος διαχείρισης ουσ ουδ
The bank charged a handling fee of £30 to convert the cheque from euros to pounds.
handling procedure n(process for dealing with [sth])διαδικασία χειρισμού φρ ως ουσ θηλ
water handling n(treatment of waste water)διαχείριση λυμάτων φρ ως ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paper handling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «paper handling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.