VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/ransacking

⇱ ransacking - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: ransacking, ransack

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ransacking n(destruction)καταστροφή ουσ θηλ
λεηλασία ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ransack [sth] vtr(search through) (μεταφορικά)κάνω κτ φύλλο και φτερό έκφρ
Peter ransacked his son's bedroom looking for cigarettes.
ransack [sth] vtr(pillage, plunder)λεηλατώ ρ μ
The thieves ransacked the house and took anything remotely valuable.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ransacking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ransacking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ransacking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.