VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/ransoming

⇱ ransoming - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


ransoming

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrænsəmɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ransom n(blackmail: money demanded)λύτρα ουσ ουδ πλ
Kidnappers demanded a ransom of $5 million for the family.
Οι απαγωγείς απαίτησαν λύτρα 5 εκατομμύρια δολάρια για την οικογένεια.
ransom [sb] vtr(pay to free [sb] captive)πληρώνω λύτρα περίφρ
The captive man's family ransomed him.
ransom [sb] vtr(release captive after payment) (όμηρος)απελευθερώνω κπ μετά την είσπραξη λύτρων περίφρ
The kidnappers ransomed the CEO.
Μετά την είσπραξη των λύτρων, οι απαγωγείς απελευθέρωσαν τον διευθύνοντα σύμβουλο.
ransom [sth/sb] for [sth] vtr + prep(take with demand for payment) (πλοίο, αεροπλάνο κλπ)καταλαμβάνω κτ ζητώντας λύτρα περίφρ
(άτομο)απάγω κπ ζητώντας λύτρα περίφρ
Pirates ransomed the ship for millions of dollars.
Οι πειρατές κατέλαβαν το πλοίο ζητώντας λύτρα εκατομμυρίων δολαρίων.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hold [sb] to ransom v expr(blackmail, force to pay)κρατάω κπ για λύτρα περίφρ
απάγω κπ και ζητάω λύτρα περίφρ
hold [sb] to ransom v exprfigurative (force into doing [sth])αναγκάζω κπ να κάνει κτ περίφρ
εκβιάζω κπ να κάνει κτ περίφρ
king's ransom n(large sum) (μεταφορικά)τα μαλλιά της κεφαλής μου έκφρ
ένα σωρό λεφτά έκφρ
(καθομιλουμένη)ένα σκασμό λεφτά, ένα κάρο λεφτά έκφρ
Harry paid a king's ransom for that suit.
ransom money n(payment demanded for hostage)λύτρα ουσ ουδ πλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ransoming στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ransoming».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.