VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/split-off

⇱ split-off - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


split-off

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsplɪtɒf/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(splitôf′, -of′)

  • WordReference
  • Definition
Ο όρος 'split-off' παραπέμπει στον όρο ''split-off''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'split-off' is cross-referenced with ''split-off''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: split-off, split off

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
split-off n(corporate restructuring)απόσχιση ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
split off vi phrasal(break away, separate)αποσχίζομαι ρ αμ
αποσπώμαι ρ μ
The dissenters split off and formed a rival group.
split off from [sth/sb] vi phrasal + prep(separate from group)αποσχίζομαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
απομακρύνομαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
χωρίζομαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
A number of left-wing politicians split off from the party to form a new one.
Αρκετοί αριστεροί πολιτικοί αποσχίστηκαν από το κόμμα για να σχηματίσουν ένα νέο.
split [sth] off,
split off [sth]
vtr + adv
(break [sth] off) (και αποκόπτω)σπάω ρ μ
κόβω ρ μ
split [sth] off from [sth],
split off [sth] from [sth]
vtr + prep
(break [sth] off [sth])σπάω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
κόβω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
Jason split off a branch from the tree and used it as firewood.
split-off n(act of breaking off from)απόσπαση ουσ θηλ
σπάσιμο ουσ ουδ
split-off n([sth] broken off)κτ που έχει αποσπαστεί περίφρ
κτ που έχει αποσχισθεί περίφρ
This political party started life as a split-off from one of the country's two major parties.
Το κόμμα ξεκίνησε ξεκίνησε μετά την απόσχιση από ένα εκ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της χώρας.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'split-off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση split-off στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "split-off" στο Greek φόρουμ.

as large sectors split off as major specialties with their own constraints and imperatives - English Only forum
cut or split off a larger piece - English Only forum
split off - English Only forum
split off from the pack? - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «split-off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.