VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/splitter

⇱ splitter - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splitter n(machine, device that splits [sth])διανεμητής ουσ αρσ
διαιρέτης ουσ αρσ
διαχωριστήρας ουσ αρσ
The shoemaker uses a splitter to obtain leather strips of the necessary thickness.
splitter n(person who splits [sth])αυτός που διαιρεί περίφρ
αυτός που διαχωρίζει
splitter ninformal (bad headache)άσχημος πονοκέφαλος επίθ + ουσ αρσ
(μεταφορικά)πάει να σπάσει το κεφάλι μου έκφρ
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη θα λέγαμε «πάει να σπάσει το κεφάλι μου».
I've got a splitter of a headache; I think I'll go and lie down.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splitter n(taxonomist who emphasizes differences)ταξινόμος που δίνει έμφαση στις διαφορές
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση splitter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «splitter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.