VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/stubbornly

⇱ stubbornly - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


stubbornly

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstʌbərnli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stubbornly adv(in an obstinate way)πεισματικά επίρ
πεισματάρικα επίρ
Alan still stubbornly opposes his son's views.
stubbornly adv(in a tenacious way)πεισματικά επίρ
It is no use clinging stubbornly to outdated ideas.
stubbornly advfigurative (in a resistant way)πεισματικά επίρ
The red wine stain stubbornly resisted Jade's vigorous scrubbing.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stubbornly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stubbornly στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "stubbornly" στο Greek φόρουμ.

stubbornly indifferent - English Only forum
stubbornly unspecialized - English Only forum
stubbornly willfully - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stubbornly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.