|
|
takeaway
Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈteɪkəweɪ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(tāk′ə wā′)
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
Ο όρος 'takeaway' παραπέμπει στον όρο ''takeaway''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'takeaway' is cross-referenced with ''takeaway''. It is in one or more of the lines below. WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | takeaway, take-away n | UK (restaurant: serves food to go) | takeaway φρ ως ουσ ουδ | | εστιατόριο takeaway φρ ως ουσ ουδ | | (πιο απλά) | μαγαζί που κάνει φαγητό πακέτο περίφρ | | Σχόλιο: Πρόκειται για κατάστημα που λειτουργεί με παραλαβή του γεύματος από τον ίδιο τον πελάτη. | | We went to the Chinese takeaway to get some food. | | Πήγαμε σε ένα κινέζικο takeaway για να πάρουμε φαγητό. | | takeaway n | US, Can (hockey: player gains possession) (χόκεϊ) | φάση κατά την οποία ο αμυντικός παίκτης επανακτά τον δίσκο που χρησιμεύει ως μπάλα | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | takeaway n | figurative (point, main message) | μήνυμα ουσ ουδ | | συμπέρασμα ουσ ουδ | | The takeaway from this disaster is that we should always be prepared. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | take [sth] away vtr + adv | (confiscate) | παίρνω ρ μ | | κατάσχω ρ μ | | If you take away people's guns, they won't be able to kill you. | | Αν πάρεις (or: κατασχέσεις) τα όπλα των ανθρώπων, δε θα μπορούν να σε σκοτώσουν. | | take [sth] away vtr + adv | (remove) (από κάπου) | απομακρύνω ρ μ | | παίρνω ρ μ | | Will you take the dog away before he knocks everything over? | | Θα πάρεις τον σκύλο από εδώ πριν καταστρέψει τα πάντα; | take [sth] away, take away [sth] vtr phrasal sep | (number: subtract from another) | αφαιρώ ρ μ | | What do you get if you take 63 away from 100? | | take away [sth] vtr phrasal insep | UK (buy to consume off premises) | παραγγέλνω ρ μ | | Shall we buy some chips to take away? | take [sth] away, take away [sth] vtr phrasal sep | figurative (glean, learn) (μεταφορικά) | αντλώ ρ μ | | παίρνω ρ μ | | διδάσκομαι ρ μ | | The lesson to take away from this story is that everyone is special in some way. | | Το δίδαγμα αντλούμε από αυτή την ιστορία είναι πως το κάθε άτομο είναι, κατά κάποιον τρόπο, ξεχωριστό. | | take away prep | (minus) | μείον επίρ | | Eight take away three is five. | | Οχτώ μείον τρία κάνει πέντε. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | take [sb] out, take out [sb] vtr phrasal sep | (go on a date with) (μεταφορικά) | βγάζω έξω έκφρ | | Σχόλιο: A hyphen or single-word form is used when the term is or modifies a noun | | Lisa was happy that Carl wanted to take her out. | | Η Λίζα ήταν χαρούμενη που ο Καρλ ήθελε να τη βγάλει έξω. | take [sth] out, take out [sth] vtr + adv | (excise, remove) | βγάζω, αφαιρώ, περικόπτω ρ μ | | He had a rotten tooth, which he had to have taken out. | | Είχε ένα χαλασμένο δόντι, το οποίο έπρεπε να αφαιρέσει. | take [sth] out, take out [sth] vtr + adv | (trash, rubbish: put outside) | πετάω, πετώ ρ μ | | βγάζω ρ μ | | Can you take the rubbish out? | | Μπορείς να πετάξεις τα σκουπίδια; | take [sth] out, take out [sth] vtr phrasal sep | (apply for, open: insurance, etc.) | βγάζω ρ μ | | We advise you to take out travel insurance before you leave. | | Σε συμβουλεύουμε να βγάλεις ταξιδιωτική ασφάλεια πριν αναχωρήσεις. | takeout, take-out, also UK: takeaway, take-away n | (food, drink consumed off premises) | φαγητό σε πακέτο φρ ως ουσ ουδ | | (μεταφορικά) | πακέτο ουσ ουδ | | I can't be bothered to cook tonight; let's order a take-out. | takeout, take-out (US), takeaway, take-away (UK) adj | (food, drink: to be consumed off premises) | σε πακέτο περίφρ | | πακέτο ουσ ως επίθ | | για το σπίτι περίφρ | | After the film we went to the Chinese restaurant for some take-away food. | | Μετά την ταινία, πήγαμε σε ένα κινέζικο εστιατόριο, για να πάρουμε φαγητό σε πακέτο. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | take [sth] out in [sth], take out [sth] in [sth] v expr | US, informal (accept in lieu of payment) | δέχομαι κτ αντί πληρωμής έκφρ | | πληρώνω σε κτ έκφρ | | πληρώνω σε είδος με κτ έκφρ | | The liquor-store owner didn't have the money he owed, so they took it out in whiskey. | | Ο ιδιοκτήτης της κάβας δεν είχε τα χρήματα που χρωστούσε γι' αυτό δέχτηκαν αντί πληρωμής ουίσκι. | | Ο ιδιοκτήτης της κάβας δεν είχε τα χρήματα που χρωστούσε γι' αυτό πλήρωσε σε ουίσκι. | | take [sb] out vtr phrasal sep | slang (hitman: murder) (μεταφορικά) | βγάζω από τη μέση έκφρ | | The mobsters had hired a guy to take out the informant before the trial. | | Οι μαφιόζοι είχαν προσλάβει έναν τύπο να βγάλει από τη μέση τον πληροφοριοδότη πριν την δίκη. | take out [sb], take [sb] out vtr phrasal sep | (treat to a meal or entertainment) | βγάζω κπ έξω περίφρ | | We always take Aunt Beth out on her birthday. | | Πάντα βγάζουμε έξω τη θεία Μπέθ στα γενέθλιά της. |
Ο όρος 'takeaway' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: UK: [Chinese, Indian, Mexican, Italian] takeaway, UK: a [nearby, local] takeaway, UK: [order, phone for, get, eat] a takeaway, περισσότερα…
Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση takeaway στον τίτλο:
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «takeaway».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά
|
|