VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/ulcerated

⇱ ulcerated - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


ulcerated

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʌlsəreɪtɪd/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈʌlsəˌreɪtɪd/

From the verb ulcerate: (⇒ conjugate)
ulcerated is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: ulcerated, ulcerate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ulcerated adj(affected by an ulcer)ελκώδης επίθ
που έχει έλκη περίφρ
με έλκη περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ulcerate vi(form ulcers)σχηματίζω έλκος περίφρ
υφίσταμαι εξέλκωση περίφρ
The wound has ulcerated and is causing the patient some discomfort.
ulcerate [sth] vtr(cause to form ulcers)προκαλώ έλκος περίφρ
προκαλώ εξέλκωση περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ulcerated στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "ulcerated" στο Greek φόρουμ.

an ulcerated leg - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ulcerated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.