VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/weed

⇱ weed - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


weed

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/wid/ ,USA pronunciation: respelling(wēd)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: weed, wee

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weed noften plural (unwanted plant) (χόρτο)αγριόχορτο, ζιζάνιο ουσ ουδ
This garden's full of weeds.
Αυτός ο κήπος είναι γεμάτος αγριόχορτα (or: ζιζάνια).
weed nuncountable, slang (drug: marijuana) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χόρτο ουσ ουδ
Do you want to buy some weed? He sat in his rocking chair smoking his weed.
Θες να αγοράσεις χόρτο; Καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα του καπνίζοντας χόρτο.
the weed ninformal (tobacco)καπνός ουσ αρσ
(καθομιλουμένη)ταμπάκο ουσ ουδ
ταμπάκος ουσ αρσ
Don is addicted to the weed; he smokes 40 a day.
weed [sth] vtr(pull weeds)ξεχορταριάζω ρ μ
βοτανίζω, ξεβοτανίζω ρ μ
Can you help me weed the garden?
Μπορείς να με βοηθήσεις να ξεχορταριάσω τον κήπο;
weed [sth/sb] vtrfigurative (eliminate)απομακρύνω ρ μ
(μεταφορικά)ξεσκαρτάρω ρ μ
We need to weed all the poor performers from the company.
Πρέπει να απομακρύνουμε από την εταιρεία όσους δεν έχουν καλή απόδοση.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weed n(seaweed)φύκι ουσ ουδ
(επίσημο)φύκος ουσ ουδ
Σχόλιο: φύκος: πληθυντικός τα φύκη
He put some weeds in his aquarium, to great effect.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wee viUK, informal (urinate)κατουράω, κατουρώ ρ αμ
(παιδικό)κάνω τσίσα, κάνω πιπί περίφρ
Harry went outside to wee on the compost.
Ο Χάρι βγήκε να κατουρήσει στο κομπόστ.
wee nUK, informal (urine)ούρα ουσ ουδ πλ
(ανεπίσημο)κάτουρο, κατουρλιό ουσ ουδ
(παιδικό)τσίσα ουσ ουδ πλ
The doctor took a sample of wee for testing.
Ο γιατρός πήρε ένα δείγμα ούρων για εξέταση.
wee adjregional, UK (very small)μικροσκοπικός, μικρούλης, μικρούτσικος επίθ
(καθομιλουμένη)τοσοδούλης, τοσοδούλικος επίθ
κούτσικος επίθ
The wee child had to sit on a pile of cushions to reach the table.
Το μικρούτσικο παιδάκι έπρεπε να καθίσει πάνω σε μια στοίβα από μαξιλάρια για να μπορέσει να φτάσει το τραπέζι.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
weed [sb] out,
weed out [sb]
vtr phrasal sep
figurative (remove [sb] unwanted)απομακρύνω ρ μ
Why don't you weed out the poor performers by raising performance standards?
Γιατί δεν απομακρύνεις όσους έχουν κακές επιδόσεις ανεβάζοντας τα απαιτούμενα επίπεδα απόδοσης;
weed out [sth],
weed [sth] out
vtr phrasal sep
figurative (eradicate [sth])καταπολεμώ ρ μ
(μεταφορικά)ξεριζώνω ρ μ
We're not going to weed out all the bad influences by stopping the free flow of information.
Δεν θα ξεριζώσουμε όλες τις κακές επιρροές με το να σταματήσουμε την ελεύθερη ροή των πληροφοριών.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
weed | wee
ΑγγλικάΕλληνικά
dill weed,
dill
n
(plant: aromatic herb)άνηθος ουσ αρσ
άνηθο ουσ ουδ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται, συνήθως, στον ενικό αριθμό.
Dill weed is often used in eastern European cookery.
Ο άνηθος χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην ανατολικοευρωπαϊκή κουζίνα.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα μου δώσεις ένα ματσάκι άνηθο;
jewel weed n(flowering plant: busy lizzie) (μτφ: είδος φυτού)έρωτας ουσ αρσ
jimson weed nUS (loco weed: plant with toxic and hallucinogenic effects.)διαβολόχορτο ουσ ουδ
He has written in detail about his experimentation with jimson weed in northern Mexico.
loco weed,
locoweed
n
(plant: jimson) (φυτό)αστράγαλος ο τραγάκανθος έκφρ
weed killer n(herbicide: plant-destroying chemical)ζιζανιοκτόνο ουσ ουδ
Vinegar can be used as a weed killer but may also kill other plants.
whacker,
weed whacker
n
US (tool: grass trimmer) (εργαλείο)χορτοκοπτικό επίθ ως ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [overgrown, messy, withering, brown] weeds, weed the [garden, lawn, flower beds], weed [spray, killer, remover], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weed στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "weed" στο Greek φόρουμ.

'a weed in a shadow' - English Only forum
weed-out” course - English Only forum
a thriving weed - English Only forum
a tool for weeding / a tool to weed - English Only forum
Compare someone to a weed - English Only forum
<court that was grown up> with weed - English Only forum
De-weed garden - English Only forum
"Drunk" for weed - English Only forum
fleshlike weed - English Only forum
I was a <weed>, clerking there - English Only forum
looking for weed, or mushrooms - English Only forum
on which the weed was draggled like green hair - English Only forum
Pass the weed - English Only forum
revealed adults who use/used weed - English Only forum
Smoke grass / weed or pot? - English Only forum
strained weed - English Only forum
The Man With The Weed Makes It An Even Question Whether He B - English Only forum
the weed had no support - English Only forum
weed - English Only forum
weed - English Only forum
weed [= cigar, cagarette?] - English Only forum
weed grass in the garden - English Only forum
Weed is not something you can get from a / the supermarket - English Only forum
<weed> or <weeding>? - English Only forum
weed out the very weakest of applicants - English Only forum
weed-raddled ground - English Only forum
Weed-whacked hair? - English Only forum
What is the difference in alga, weed and seaweed? - English Only forum
wilful weed - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.