VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/whiskered

⇱ whiskered - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


whiskered

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɪskəd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hwiskərd, wis-)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whiskered adj(animal: having whiskers)με μουστάκια περίφρ
whiskered adj(person: having facial hair)με τρίχες στο πρόσωπο περίφρ
(κυρίως για γυναίκα)με μουστάκι περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whiskered στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "whiskered" στο Greek φόρουμ.

Old and whiskered as a bog mist! - English Only forum
whiskered sea-captains - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «whiskered».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.