VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/forging

⇱ forging - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


forging

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fôrjing, fōr-)

From the verb forge: (⇒ conjugate)
forging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: forging, forge

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
forging nuncountable (metallurgy: forming of metal) (μετάλλου)σφυρηλάτηση ουσ θηλ
Forging was traditionally done using a hammer and anvil.
forging n(metallurgy: forged work)σφυρήλατος επίθ ως ουσ
forging nuncountable (forming of [sth] through hard work) (μεταφορικά)σφυρηλάτηση ουσ θηλ
σχηματισμός ουσ αρσ
δημιουργία ουσ θηλ
The forging of an emotional bond between mother and child can take time.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
forging n(forgery)πλαστογραφία, πλαστογράφηση ουσ θηλ
The forging of bank notes can incur a prison sentence.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
forge [sth] vtr(shape, create)σφυρηλατώ ρ μ
(πιο απλά)φτιάχνω, κατασκευάζω ρ μ
The blacksmith forged a horseshoe.
Ο σιδηροτεχνίτης έφτιαξε ένα πέταλο.
forge [sth] vtr(counterfeit)πλαστογραφώ ρ μ
Jack forged his mom's signature and got in trouble.
Ο Τζακ πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας του και έμπλεξε.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
forge n(furnace for metal)κλίβανος ουσ αρσ
The smith heated the iron in the forge.
forge n(smithy)σιδηρουργείο ουσ ουδ
(καθομιλουμένη)σιδεράδικο ουσ ουδ
John got a job at the forge.
forge [sth] vtrfigurative (shape)διαμορφώνω ρ μ
φτιάχνω ρ μ
Emily is forging a new future for herself.
forge [sth] vtr(create)διαμορφώνω ρ μ
φτιάχνω ρ μ
δημιουργώ ρ μ
It is important to forge bonds with those around you.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
forge ahead,
forge on
vi phrasal
(do [sth] with determination)προχωρώ με αποφασιστικότητα έκφρ
συνεχίζω δυναμικά ρ αμ + επίρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
Jared forged ahead despite the bad weather.
forge ahead with [sth],
forge on with [sth]
vi phrasal + prep
(do with determination)συνεχίζω κτ αποφασιστικά ρ αμ + επίρ
προχωράω με κτ ρ αμ + πρόθ
Forge ahead with your life; don't let negativity get the better of you.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
forging | forge
ΑγγλικάΕλληνικά
upset forging n(metalworking technique) (μεταλλουργία)σύνθλιψη, συμπίεση ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση forging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «forging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.