| Επιπλέον μεταφράσεις |
| Αγγλικά | Ελληνικά |
| lead adj | (principal) | κεντρικός, κύριος, βασικός επίθ |
| The lead speaker brought the audience to its feet with his wit. |
| The lead story in the paper is about the bribery scandal. |
| Ο κεντρικός ομιλητής ξεσήκωσε το κοινό με το πνεύμα του. // Το κεντρικό θέμα της εφημερίδας ήταν το σκάνδαλο με τη δωροδοκία. |
| lead adj | (first; in front of others) | προπορευόμενος μτχ ενεστ |
| που προπορεύεται περίφρ |
| πρώτος επίθ |
| (μεταφορικά: του αγώνα) | επικεφαλής επίθ |
| The lead runner was on second base. |
| ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο προπορευόμενος δρομέας κοντεύει να φτάσει στη γραμμή του τερματισμού. |
| lead adj | (American Football pass: made into space) (σπορ) | πάσα προώθησης φρ ως ουσ θηλ |
| The lead pass arrived at midfield just as the receiver got there. |
| Η πάσα προώθησης έφτασε στη μεσαία γραμμή ακριβώς ταυτόχρονα με τον παίκτη. |
| lead n | (weight made of lead) | βαρίδι, βαρίδιο ουσ ουδ |
| (μτφ: βαρίδιο) | μολύβι ουσ ουδ |
| Pass me those two leads please. I need to weigh this down. |
| Δώσε μου σε παρακαλώ αυτά τα δυο βαρίδια (or: μολύβια). Πρέπει να σταθεροποιήσω αυτό εδώ. |
| lead n | informal (shot, bullets) (σφαίρες) | σκάγια ουσ ουδ |
| The gangster filled his rival with lead. |
| Ο γκάνγκστερ φύτεψε ένα σωρό σκάγια στον εχθρό του. |
| lead n | (printing: line spacing metal) (τυπογραφία: λάμα) | διάστιχο ουσ ουδ |
| The typesetter cut a lead to fit the line, and put it in the composing stick. |
| Ο τυπογράφος έκοψε ένα διάστιχο για να χωρέσει την αράδα και το τοποθέτησε στο στοιχειοθετήριο. |
| lead n | (printing: line space) | διάστιχο ουσ ουδ |
| Add another lead between those lines, so there will be more separation between them. |
| Πρόσθεσε άλλο ένα διάστιχο ανάμεσα σε αυτές τις σειρές, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερο κενό μεταξύ τους. |
| the lead n | (first place) | η πρώτη θέση περίφρ |
| Ben hadn't trained for the race, so the lead wasn't a position he expected to find himself in. |
| lead n | (margin) (περιθώριο) | προβάδισμα ουσ ουδ |
| He had a lead of three minutes over the next runner. |
| Είχε ένα προβάδισμα τριών λεπτών από τον επόμενο δρομέα. |
| the lead n | (competitor: in front of others) | πρώτος επίθ ως ουσ |
| The lead is a Nigerian runner. |
| Ο πρώτος είναι ένας δρομέας από τη Νιγηρία. |
| lead n | (clue, indication) | στοιχείο ουσ ουδ |
| ένδειξη ουσ θηλ |
| The investigator caught the thief after finding the important lead. |
| Ο ερευνητής έπιασε τον κλέφτη αφού βρήκε ένα σημαντικό στοιχείο. |
| the lead n | (principal role) (ρόλος) | πρωταγωνιστικός ρόλος φρ ως ουσ αρσ |
| (ηθοποιός) | πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| Do you know who is going to play the lead in this movie? The lead in the film was a famous actress. |
| Ξέρεις ποιος θα παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την ταινία; Η πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν μια διάσημη ηθοποιός. |
| lead n | (journalism: introduction) | εισαγωγή ουσ θηλ |
| λιντ ουσ ουδ άκλ |
| The article's lead stated all the main facts. |
| Η εισαγωγή (or: Το λιντ) του άρθρου συμπεριέλαβε όλα τα βασικά γεγονότα. |
| lead n | (example) | παράδειγμα ουσ ουδ |
| Follow my lead, and you will be a success. |
| Ακολούθησε το παράδειγμά μου και θα πετύχεις. |
| lead n | (leadership) (μτφ: αρχηγία) | καθοδήγηση ουσ θηλ |
| οδηγίες ουσ θηλ πλ |
| The whole team followed his lead. |
| Όλη η ομάδα ακολούθησε την καθοδήγησή του. |
| lead n | (cards: playing first) (χαρτιά: παίζω πρώτος) | πρωτιά ουσ θηλ |
| John took the lead and played first. |
| Ο Τζον πήρε την πρωτιά και έπαιξε πρώτος. |
| lead n | (cards: right to play first) | σειρά ουσ θηλ |
| It is your lead. Go ahead and play. |
| Σειρά σου. Ξεκίνα να παίζεις. |
| lead n | (cards: suit played first) | πρώτο φύλλο, πρώτο χαρτί περίφρ |
| The lead was an ace of hearts. |
| Το πρώτο φύλλο ήταν άσος κούπα. |
| lead n | (electricity: connecting wire) (ηλεκτρισμός) | ακροδέκτης, αγωγός ουσ αρσ |
| First, connect the red lead to the brown connector. |
| Αρχικά, σύνδεσε τον κόκκινο ακροδέκτη (or: αγωγό) στην καφέ υποδοχή. |
| lead n | (head start) (πλεονέκτημα εκκίνησης) | προβάδισμα ουσ ουδ |
| The hunter gave the target a lead of about a metre. |
| Ο κυνηγός έδωσε στο στόχο του προβάδισμα ενός μέτρου περίπου. |
| lead n | UK (leash for a dog) | λουρί ουσ ουδ |
| Dogs must be kept on a lead at all times in this park. |
| lead n | (business: potential customer) | πιθανός πελάτης επίθ + ουσ αρσ |
| Max uses social media to generate leads for his business. |
| lead n | (business: opportunity) | ευκαιρία πώλησης φρ ως ουσ θηλ |
| πιθανή ευκαιρία πώλησης φρ ως ουσ θηλ |
| Rita, who works in Sales, spends her day on the phone chasing up leads. |
lead, lead line, US also: lead rope n | (horse: rope for leading) | καπίστρι ουσ ουδ |
| The rider attached the lead to the horse's halter. |
| lead⇒ vi | (go first) (πάω μπροστά) | μπαίνω μπροστά, μπαίνω πρώτος έκφρ |
| πάω πρώτος έκφρ |
| If you lead, I'll follow. |
| Αν μπεις μπροστά, θα σε ακολουθήσω. |
| lead vi | (be ahead of others) (είμαι μπροστά) | προηγούμαι ρ αμ |
| The runner leads by thirty metres. |
| Ο δρομέας προηγείται κατά τριάντα μέτρα. |
| lead vi | (take the offensive) (κάνω επίθεση) | επιτίθεμαι ρ αμ |
| The boxer led with his left fist. |
| Ο μποξέρ επιτέθηκε με την αριστερή γροθιά του. |
| lead vi | (baseball: runner's movement) | παίρνω lead έκφρ |
| μετακινούμαι προς την επόμενη βάση περίφρ |
| Runners often lead with two outs. |
| Οι δρομείς παίρνουν lead με δύο άουτ. |
| lead vi | (guide dance partner) (μεταφορικά) | οδηγώ ρ αμ |
| I don't know this dance. You will have to lead. |
| Δεν ξέρω αυτό τον χορό. Θα πρέπει να οδηγήσεις. |
| lead [sth]⇒ vtr | (influence) | καθοδηγώ, άγω ρ μ |
| The president is able to lead public opinion with his comments to the press. |
| Ο πρόεδρος καταφέρνει να καθοδηγεί (or: άγει) την κοινή γνώμη με τα σχόλιά του στον τύπο. |
| lead [sth] vtr | (cards: play first) | ρίχνω, πετάω ρ μ |
| (πρώτο χαρτί) | ξεκινώ με ρ αμ + πρόθ |
| He led an ace of hearts. |
| Έριξε άσο κούπα. |
| Ξεκίνησε με άσο κούπα. |
| lead [sth] vtr | (aim a gun) (κινούμενο στόχο) | ακολουθώ ρ μ |
| Lead the target by a foot or two. |
| Ακολούθησε το στόχο για ένα-δύο πόδια. |
| lead [sb]⇒ vtr | (throw ball ahead of [sb]) | οδηγώ, καθοδηγώ ρ μ |
| Don't throw the ball where he is, you need to lead him by throwing ahead of him. |
| Μην πετάς τη μπάλα εκεί που είναι, πρέπει να τον καθοδηγήσεις πετώντας την μπροστά του. |
| lead [sb] vtr | (hold advantage over) | προηγούμαι ρ αμ |
| He led the other runner by 30 meters. |
| Προηγούταν του άλλου δρομέα κατά 30 μέτρα. |
| lead [sb/sth]⇒ vtr | (music: conduct a group) | είμαι επικεφαλής ρ έκφρ |
| The conductor has led this orchestra for two years. |
| Ο μαέστρος ήταν επικεφαλής αυτής της ορχήστρας για δύο χρόνια. |
| lead [sth]⇒ vtr | (cards: play first) | παίζω πρώτος έκφρ |
| You lead this hand. Throw your card. |
| Παίζεις πρώτος σ' αυτήν την παρτίδα. Ρίξε το χαρτί σου. |
| lead [sb]⇒ vtr | (dance partner: guide) (μεταφορικά) | οδηγώ ρ μ |
| He gracefully lead his partner in the waltz. |
| Οδήγησε με χάρη την παρτενέρ του στο βαλς. |
| lead [sb] to [sth] vtr + prep | (prompt to mention) | οδηγώ κπ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| φέρνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| All of which leads me to my next point, which is that the project cannot possibly be completed on time. |