|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο layout παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: page
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | layout n | (design, arrangement) | πλάνο, σχέδιο ουσ ουδ | | (θέση στοιχείων) | διαρρύθμιση, διάταξη ουσ θηλ | | (για κτίσμα) | κάτοψη ουσ θηλ | | The architect drew the layout before construction began. | | There are different keyboard layouts in different countries. | | Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε την κάτοψη πριν αρχίσει η κατασκευή. | | layout n | (publishing: page plan) (διάταξη εντύπου) | διάταξη ουσ θηλ | | στήσιμο ουσ ουδ | | She designed a beautiful layout with the photo in the middle. | | Σχεδίασε όμορφα τη διάταξη (or: το στήσιμο) της σελίδας με τη φωτογραφία στη μέση. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | layout n | (graphic design: process of making layouts) (γραφιστική) | διάταξη, δομή ουσ θηλ | | λέι-άουτ ουσ ουδ άκλ | | Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος. | | The first step is layout, then we design the art. | | Το πρώτο βήμα είναι η διάταξη (or: το λέι-άουτ) και μετά σχεδιάζουμε το καλλιτεχνικό κομμάτι. | | layout n | (arrangement of place and contents) | κατατόπια ουσ ουδ πλ | | When they came in, they started looking at the layout of the place. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | lay [sth] out vtr phrasal sep | (arrange, set out) | απλώνω ρ μ | | βγάζω ρ μ | | αραδιάζω ρ μ | | Before packing his bag for the trip, he carefully laid out the clothes he wanted to take. | | Πριν φτιάξει τον σάκο του για το ταξίδι, έβγαλε προσεκτικά τα ρούχα που ήθελε να πάρει. | | lay [sth] out vtr phrasal sep | (explain, present: a plan) | εξηγώ, αναλύω ρ μ | | παραθέτω ρ μ | | During the murder trial, the prosecutors carefully laid out the state's case against the defendant. | | lay [sth] out vtr phrasal sep | informal (spend: money) | ξοδεύω, χαλάω ρ μ | | Her father will have to lay out a lot of money to pay for her wedding. | | Ο πατέρας της θα πρέπει να ξοδέψει πολλά χρήματα για να πληρώσει για τον γάμο της. | | lay [sb] out vtr phrasal sep | slang (punch, knock over) | ρίχνω κπ κάτω ρ μ + επίρ | | ξαπλώνω ρ μ | | His punch laid his opponent out and he won the boxing match. | | lay [sb] out vtr phrasal sep | (prepare body for funeral) (νεκρό για ταφή) | ετοιμάζω ρ μ | | The funeral home is going to lay my dead aunt out for viewing tomorrow. | | Το γραφείο κηδειών θα ετοιμάσει αύριο τη νεκρή θεία μου προς πρόθεση. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος 'page layout' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|